πιο καθαρή δευτέρα

ξαφνικά μυρίζει ποπ κορν, ακολουθώ τη μυρωδιά με οδηγεί στο μπαλκόνι, βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει μπαλκόνι βροχή σκατά περιστέρι και ποπ κορν, βροχή ακούγεται κοιτάζω κάτω αλλά δεν πέφτει, κοιτάζω ψηλά και κει βλέπω κάτι να γίνεται, κάτι να πέφτει, πέφτουν κομμάτια πεζοδρομίου, κομμάτια ασφάλτου, κάδοι απορριμάτων, πεζοί, σακούλες με σκουπίδια, σκουπίδια πριν γίνουν σκουπίδια, σκουπίδια που ήταν και πριν σκουπίδια, αυτοκίνητα, όνειρα, όνειρο, μηχανάκια, ποδήλατο, γλάστρες, ανάσες, χώμα, ποτήρια με νερό, νερό, ρούχα χωρίς μανταλάκια, ρούχα με μανταλάκια, μανταλάκια, τσιγάρα, σκέψεις, αναπτήρες, σπέρματα νεαρών συνταξιούχων μηχανικών, καρέκλες, νομίσματα, σχέδια, τραπεζάκια κ.α., κάποια σύννεφα κρατούν χαρταετούς κάποια άλλα κρατούν drone not drones, μμ χμ μ μάταια όμως, γίνονται μούσκεμα τραυματίζονται και ποιος ακούει τώρα την ατμόσφαιρα

επιτομής

βράδυ αδειάζει δωμάτιο, δωμάτιο σβήνει δωμάτιο, πρόσοψη διατηρείται, κάτοψη αφαιρείται, όψη προσώπου αιωρείται

ότι να τα λέμε κι αυτό (αλλά κι αυτό*)



ότι εξαφανίζομαι χάθηκα ή διακόπτω επικοινωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μου την σπας σε διέγραψα ή άντε σάλτα γαμήσου, δηλαδή οκ όντως συμβαίνει να σημαίνει αυτό συχνά αλλά μπορεί να σημαίνει και ότι ντρέπομαι ξερνάω ή λυπάμαι για την συμπεριφορά που έχω είχα ή θα έχω, όπως μπορεί και να σημαίνει ότι η συνείθηση έκανε συνήδεια έκανε χιονάνθρωπους και πόσο να αντέξουν στα ορθογώνια πεδινά, οπότε ναι τώρα τι; τώρα ναι ρέω ή ρέω, λιμνάζω ενώ ρέει και κοιτάζω βρεγμένος αλλά προστατευμένος την ημερομηνία κάτω δεξιά, σβήνω ώρα και χρονολογία νοερά, φέρνω ημερομηνία πιο κόντά πιο κοντά κι άλλο πιο κοντά και μένω σε αυτή, μένω με αυτή την αποτύπωση του τελευταίου πρώτου παγκόσμιου κόσμου τού πρώτου τελευταίου πείτε μας τη γνώμη σας αλλά μην μου απαντήσεις

* σκατά ρε - οκ καλά καλά

επανάγνωση εύκολα συμπεράσματα

επιστροφή στο σπίτι ύστερα από το όλη μέρα στους δρόμους, λες να είναι / λες και είναι άλλο πράγμα ο δρόμος άλλο τα σπίτια: η σκέψη ξετυλίγει σκέψη, σήμερα δεν έχω επάγγελμα έχω επανατοποθέτηση προϊόντος κι άν έχω χάσει παίρνοντας 4-5 κιλά παραπάνω, αντιλαμβάνομαι ότι η όρεξη πάει κάπου, επιστρέφω ρωτώ με τα μάτια τι πρόκειται να γίνει, ανασηκώνει ρυθμικά τους ώμους, χαμηλώνει το βλέμμα, με κοιτά λέει: δεν θέλω ερωτηματικά, θέλω ερωτήσεις, θέλω ερωτήσεις στις ερωτήσεις, ερωτήσεις στις απαντήσεις και μη ξεχνάς κάθε ερωτηματικό στην πρόταση ήταν δηλαδή είναι τονισμένο κόμμα και ναι ναι γνωρίζω ότι κάπως δύσκολα το τονίζεις με δάχτυλο πλήκτρο αλλά με δάχτυλο στυλό μια χαρά το κάνω και δεν σβήνει κι εύκολα όπως πρόσφατα το δάχτυλο μολύβι σου, κάπως έτσι συζητάω επομένως κάπως έτσι συνεχίζεις να με αγνοείς προκαταβολικά, τίκαιο και δίμιο, λοιπόν ναι σίγουρα δεν στηριζόμαστε σε αρχή και δεν πατάμε σε νερό, δεν ισχύει τοκοχρεολύσιο, η έγγειος πρόσοδος αερίζεται, στα πράγματα είσαι μια συνέχεια τα πράγματα είναι συνέχεια, δεν υπάρχει κάτι πάνω από κάτι, ξαναλέμε δεν υπάρχει κάτι πάνω από κάτι και συνεχίζουμε, όμορφα όμορφα σκέφτομαι, προχωρώ δηλαδή προχωράω μπαίνω στον προαστιακό οι θέσεις εξαφανίζονται και στη θέση τους μπαίνουν φρουί γλασέ που αυνανίζουν σημαιάκια της παρτίδας μας, παίρνω το μήνυμα κατεβαίνω, ανοίγω την πόρτα του δωματίου, αλλάζω άμμο και νερό στην ιεραρχία, βαδίζω οδηγώντας με σε αυτοκίνητο χλωρό τα τσιγάρα το καίνε οι άνθρωποι με 50/50 (PG/VG) ρίχνουν χάδια στη φωτιά και τη σβήνουν, γνωρίζω τους γνωρίζω χαϊδεύω τα μαλλιά τους, νιώθω τα χαμόγελα τους, γελάω με τ' αστεία τους, συζητάω χαμογελάω, [ (ανοίγει  αγκύλη) : τα ονόματά τους σημαντικά γιατί τα θυμάμαι, τα πρόσωπά τους εξίσου σημαντικά γιατί τα συναντώ, (δεν κλείνει ποτέ), γυρίζω με τη μυρωδιά μου μάλλον εκείνη την ώρα, την μια ώρα πριν φύγω και με γλέιφουν -χωρίς ευτυχώς να με γλύφουν- δόντια σε σχήμα : ) , επιστρέφω έξι ώρες πριν φύγω, την στιγμή που έφτασα, δύο κεφάλια σε ένα μαξιλάρι, δύο ονόματα σε δύο σώματα, δύο σκέψεις υπαρκτές, ανύπαρκτες για τους οδηγούς της περιοχής και για μένα, τρίτο πρόσωπο καταφθάνει, αυτή η στιγμή ήταν για όλα ακόμα κι αν την καταβββββββ κατάλαβα αργά έως τώρα: θα σε δω, μπήκα στο δωμάτιο, δεν πρόφτασα να αλλάξω αρκετά τη λέξη, πρόλαβα να κλειδώσω, να περιμένω δέκα λεπτά, να πιω την λουίζα, η πόρτα άνοιξε, ήταν εξωτερική και λουλούδια υπήρχαν στο μπαλκόνι: χαμόγελο χαμόγελο ευχαριστώ χαμόγελο


αποδοχή 2017

ξεκίνημα στο σχεδόν όπως πέρυσι δηλαδή: αριστερά στην υγειά μούας, δεξιά στην υγειά μουώ, απέναντι τοίχος, πίσω τοίχος, μέσα τείχος, σε λίγο -ή ντάξει πολύ περισσότερο απο λίγο- ύπνος, το άλλο πρωί ξυπνώ δηλαδή ξυπνάω με ηχάκι ήχο κινητό ξυπνητήρι, διαβάζω με λιγότερο από μισό μάτι κείμενο που τον συνοδεύει: σουπίτσα αανανά αλητάκι μπερ, αναζητώ για λίγα λεπτά το λόγο που γράφω τέτοιες πίπες μιας και αυτό το κείμενο το' χω για ξυπνητήρι όλο το χρόνο που πέρασε, ηρεμώ καταλήγοντας στο γεγονός πως ρε οκ δεν το κάνω επειδή πάσχω από σύνδρομο αυτόματης ή ημιαυτόματης γραφής αλλά είναι έτσι μια κίνηση, ζουζουνέ κίνηση ρουτίνας, για να μου ανεβαίνει η διάθεση όταν χρειάζεται να ξυπνήσω με αυτό το τρόπο, η αλήθεια είναι πως παλιότερα χρησιμοποιούσα κι άλλους τέτοιους τρόπους, όπως:
α) σοκολάτα υγείας ή κάποιο πολύ γεμιστό μπισκότο, δίπλα στο ξυπνητήρι
β) ένα ξυπνητήρι που χτυπά κανονικά την ώρα που πρέπει να σηκωθώ και ένα ξυπνητήρι που χτυπά δύο ώρες πριν την ώρα εκείνη, ώστε όταν χτυπήσει την πρώτη φορά και ανοίξω τα μάτια με διάθεση κολύμπι μέσα σε κακά γίγαντα, να δω την ώρα και να πω ωω καύλα έχω άλλες δύο ώρες ύπνο και έπειτα να ξαναπέσω ανακουφισμένο
γ) ήχος ξυπνητηριού το όταν θα βγω στη σύνταξη του δημοσιοϋπαλληλικού ρετιρέ


τέλοσπαντων δεν πιάνει τόπο το κείμενο, σηκώνομαι πρώτη μέρα του χρόνου σέρνοντας τα πόδια ντάξει ναι ρε σαν κώλος εντελώς οκ, σκέφτομαι ότι αυτό το ξυπνητήρι μπήκε για να πάω σε ένα τραπέζι, κοιτάζω ξανά την ώρα, ευτυχώς σηκώθηκα στην ώρα μου και θα πιω καφέ και όχι καφέ με πατάτες στο φούρνο για πρωινό, λοιπόν για φέτος είπα να πίνω μόνο τον γνωστό ως ανθοτούρκικο ξανθελληνικό καφέ, ευτυχώς εμφανίστηκε γκαζάκι στο τραπέζι της κουζίνας και δε θα λιώσω παρέα με όλη μου τη ζωή περιμένοντας να βράσει ο καφές σε μάτι κουζίνας ή μάτι μερίδα, ετοιμάζω το μπρίκι το αφήνω λίγο να κάψει, ρίχνω νερό θα τον κάνω διπλό ναι ναι και γαμώ κόλαση κόλαση, βάζω τις δυο και κάτι κουταλιές ζάχαρη μετα τις δυο και κάτι κουταλιές καφέ, θα τον κάνω μέτριο αλλά καλό (όπως λέγαμε μερικά αρκετά χρόνια πριν με τον μανώλη), ανακατεύω αριστερόστροφα αφου λιώσουν λίγο, δυστυχώς η φλόγα ειναι μέτρια κι αυτή γιατί υποθέτω το γκαζάκι είναι στα τελευταία του οπότε ναι τελικά πρέπει να κάνω υπομονή, ντάξει κάνω και σκέφτομαι έτσι κάπως αυθόρμητα πως δεν συζητήσαμε χτες βράδυ και κάπως σκέφτηκα πως θα το σκέφτηκες ότι δεν συζητήσαμε χθες βράδυ ενώ ίσως θα ήταν προτιμότερο να σκεφτώ γιατί δεν συζητήσαμε χθες βράδυ όσο ήταν ακόμα χτες βράδυ  και κάπως με ένα τρόπο να συζητούσαμε, λοιπόν αντί να συζητήσουμε, παρασύρθηκα από ένα βίντεο, στη συνέχεια από ένα άλλο, τέλος από ένα τρίτο τού οποίου η διάρκεια ήταν αρκετά μεγάλη για τις αντοχές μου, έτσι αν και δεν κατάλαβα πως και πότε ήρθε αλλά όταν ήρθε η μαύρη κατάμαυρη προφύλαξη οθόνης ήταν επόμενο να επικρατήσει, το δωμάτιο σκοτείνιασε αρκετά, όχι τόσο για να χρειαστώ την νυχτερινή μου όραση άλλωστε ντάξει τι να λέμε τώρα όλο μαλακίες όλο μαλακίες ναι είχα ξοδέψει όλα τα μαγικά παλαμάκια τού μήνα, τα νέα δεν είχαν προστεθεί ακόμα αν και θα 'πρεπε γιατί είχε ήδη μπει ο μήνας, όπως και να'χει ντάξει  δεν ξεχνάω ναι δεν παραβλέπω το γεγονός ότι και η ίδια η νυχτερινή μου όραση ήταν απενεργοποιημένη (ντάξει ντάξει για να λέω την αλήθεια δεν την είχα πληρώσει και μου την είχαν κόψει), λοιπόν τα δάχτυλα των ποδιών μου έκαναν κρακ με συχνότητα επιλογής μου, αντιλαλούσαν μέσα στις καλτσοπαντόφλες και ο ήχος που έφτανε στα αυτιά  έμοιαζε κάπως μπουκωμένος οπότε θεώρησα σωστό να βγάλω λίγα μπάσα και το έκανα  αλλά η κίνηση μου δεν απέδωσε δυστυχώς και το μπούκωμα μεταφέρθηκε -σαν τιμωρία στιγμής- στη μύτη, σκατάα ντάξει  δεν είχε και τόσο σημασία τελικά, όπως δεν είχε σημασία και για τα μάτια, αν δηλαδή ανοιγόκλειναν γρήγορα αργά ή έκαναν αυτό το τικ που γουρλώνουν ταυτόχρονα με τα ρουθούνια, όχι ούτε αυτό είχε ενδιαφέρον ούτε και το άλλο το ότι ένιωθα κάποιους παλμούς στο σώμα, μία πίσω απ΄το γόνατο, μετά πάνω απ'τον αγκώνα, έπειτα όπου να 'ναι παντού παντού, ντάξει νομίζω είχες πει ότι είναι απ'το άγχος όλα αυτά ρεεε και σου είχα απαντήσει ότι δεν έχω τόσο όσο νομίζεις και ειδικά αυτή την εποχή είμαι δηλαδή νιώθω χα χαλαρός, όπως και να'χει ο μόνος ήχος που ακουγόταν τώρα ήταν εκείνος του απορριματοφόρου ή κάποιου διαστημόπλοιου απ' έξω ναι απ΄το δρόμο, με βάση αυτό υπολόγισα τι ώρα είναι στο περίπου ακριβώς κι αμέσως μετά θεώρησα σωστό το πρώτος φως εκτός από αυτό της τελείτσας κάπου πλάγια αριστερά της οθόνης και αυτό τού διακόπτη τού πολύμπριζου, λοιπόν ναι το πρώτο φως που θα έβλεπα να κάνει την εμφάνισή του θα το ονόμαζα σε θέλω αλλά (και φέτος) ευτυχία σημαίνει να ξεχνάς οπότε αναρωτήθηκα πως θα το πω, πως να το πω, τελικά πριν προλάβω να βρω κάτι καλό για όνομα το φως ήρθε κάτω απ΄τη πόρτα όταν ο γείτονας μετά απο λίγο βγήκε απ΄το ασανσέρ, αντί για ονοματοθεσία λοιπόν εκείνη τη στιγμή κράτησα την αναπνοή μου χωρίς λόγο αλλά με σκοπό να μην καταλάβει πως είμαι ξύπνιος τέτοια ώρα και όταν τελικά ξεκλείδωσε μπήκε και ξανακλείδωσε πήρα ανάσα, πήγα και στάθηκα μπροστά στην μπαλκονόπορτα, σκέφτηκα ότι αν ήταν καλοκαίρι θα έβγαινε έξω να ψήσει ένα ουφ πριν κοιμηθεί αλλά είναι χειμώνας εντελώς χειμώνας σιγά μην βγει άρα ναι τώρα που θα ψήσει το ουφ του; μήπως το 'ψησε στο δρόμο, αλλα όχι αυτό ήταν το ουφ που προηγείται αυτού του ουφ που λέω, πουφ ναι οκ ίσως το ψήσει μέσα  κάτω απ΄τον απορροφητήρα γιατί αποκλείεται να ψήνει ουφ ελεύθερα μέσα στο σπίτι πχ στο σαλόνι ναι ναι το αποκλείω μιας και πρόσφατα ένα απόγευμα μπήκα τυχαία παρέα με ένα πελαργό στο ασανσέρ ο οποίος κρατούσε ένα πορτ μπεμπέ στα φτέρια και όταν  ρώτησα τι όροφο πάει για να πατήσω το αντίστοιχο μπουτόν, με πήρε απ΄τα μούτρα λέγοντάς μου τι θες; τι θε καριόλη; τι θες να μάθεις ρε κουτσομπόλη; αλλά άμεσως βαρέθηκε να το συνεχίσει  ναι οκ ντάξει ήταν και κάπως φορτωμένος οπότε μού είπε  ότι πηγαίνει στον όροφο που πήγαινα και ο όροφος αυτός έχει δυο διαμερίσματα, άρα αφού δεν ήρθε σε μένα πήγε δίπλα άρα ναι αρα χμ ναι ο γείτονας δεν θα ψήνει ουφ εντός του διαμερίσματος το αποκλείω ναι, όχι με τίποτα, τράβηξα λίγο το τζάμι και κοίταξα μέσα από αυτές τις σχισμές των ρολών, είδα - τι άλλο; - να αναβοσβήνουν φωτάκια στο απέναντι μπαλκόνι και ένα μίνι μέγκα άι όου βασίλη να ισορροπεί δίχως να αναβοσβήνει κάπου ανάμεσά τους, στη συνέχεια έβαλα ξυπνητήρι, ακούμπησα μάγουλο μαγουλάκι στο τζάμι αφού το έκλεισα, αχ το μάγουλο πάγωσε αλλά μ'άρεσε, το τζάμι γύρω θόλωσε και έτσι γλυκα με πήρε ο ύπνος πάνω του και να 'μαι ναμαι ναμαι τώρα φρεσκοκομμένος ετοιμάζω έναν (ίσως) φρεσκοκομμένο καφέ ο οποίος ωπ νάτος νάτος έτοιμος, το κουδούνι ξαφνικά χτυπάει, μού γαμάει δηλαδή μού σπάει και μου γαμάει λίγο τα νεύρα ως γεγονός, δοκιμάζω να ηρεμήσω στην στιγμή με μια άσχετη σκέψη κάπως αστεία δηλαδή ότι η ξαδέλφη μου όταν ήμασταν μικρά μικρά είπε στο τραπέζι για μένα ότι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω αδελφός του μάικλ τζάκσον, πιάνει όντως η σκέψη χαλαρώνω, σκέφτομαι λίγο αν όντως θα το ήθελα, χύνω αργά απαλά τον καφέ στην κούπα, πετυχαίνω σχετικά καλό καϊμάκι και πάω να ανοίξω την πόρτα άνετος πια μιας και οκ σήμερα και γαμώ ρε τουλάχιστον δεν λένε κάλαντα, πάω λοιπόν να ανοίξω να δω τι θα δω χωρίς να ρωτήσω τι έγινε;  ή τι είναι; ή σατανά σατανά; ανοίγω βλέπω τον γείτονα με ένα ουφ στο χέρι, χαμογελάει, λέει καλύτερη χρονιά γαμιόλη και αγάπυρ

χορηγούμενη

είσαι σε κάθε συναυλία που πηγαίνω, δεν είσαι σε καμιά που συμμετέχω

όλο το πέλμα για να (ξανα)ισορροπήσεις

επιστροφή στην πιλοτή, τσίκι τσικ ακούσιο μπεγλέρι με τα κλειδιά στα δάχτυλα, ανοίγω το απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος σε διαφημιστή διανομέα εντύπων σε ζουζούνι ζουζουνάκι και σε ευχούλη, σπρώχνω την πόρτα με τον αγκώνα, καλώ το ασανσέρ κοιτάζω στον πάγκο και σκέφτομαι αν θα πάρω πίτσα με αφράτη ζύμη 4 τυριά ή τραγανή δεή 4 εποχές, το ασανσέρ έρχεται γρήγορα γιατί ήταν στον δεύτερο και όχι στον έκτο όπως τις περισσότερες φορές, ανοίγω την πόρτα με δαχτυλάκι, νεαρός γίγαντας ακόμα φτιάχνει τα μαλλιά του στον καθρέπτη, γυρίζει απότομα μού χαμογελάει μού λέει γεια σας και βγαίνει, απαντάω γεια τι έγινε, σκέφτομαι τι γεια σας γαμώ το σπίτι μου τι γεια σας, κάνω βήμα, μπαίνω, κλείνω τα μάτια, οι σακούλες στα χέρια με ανυψώνουν όταν τρυπούν -καθώς τρυπούν- με ανυψώνουν, αντί για φλόγα πέφτει πέφτουν ψώνια δηλαδή πιπεριές τορτελίνια μπανάνες οδοντογλυφίδες ρολό τέρας κουζίνας απόδειξη του σούπερ μάρκετ απ'τη μία σακούλα, απ΄την άλλη πέφτουν μήλα ναι μήλο σαμπουάν καθαριστικό μπάνιου αυτό το πως το λένε που το βάζεις στο καζανάκι για να γίνει μπλε το νερό και το χαρτάκι που γράφει δηλαδή σημειώνει όλα τα παραπάνω και το ζωντανοί στο κύτταρο νεκροί στην αθήνα

διαμπερέ

η μισή κουρτίνα ανεμίζει απέξω γιατί πιάστηκε στην πόρτα που απότομα έκλεισε όταν σχηματίστηκε ρεύμα, λοιπόν ναι οκ σηκώνομαι να την επαναφέρω, το κάνω και κοιτάζω έξω απ΄το τζάμι, βλέπω μπαλκόνια, βλέπω μπαλκόνια (βλέπεις θάλασσα, αλλά μάλλον βλέπεις μπαλκόνια και συ τώρα ξέρω γω ναι μπορεί οκ), παρατηρώ, στο ακριβώς απέναντι, σημαιάκι δηλαδή σημαία σημαιάρα απλωμένη στο κάγκελο, ενοικιαστής ή ιδιοκτήτης στέκεται και καπνίζει από πάνω της και πάνω της, ο καπνός που φυσάει πριν διαλυθεί σχηματίζει το σύνθημα κάτσε καλά κάτσε καλά γεράσαμε και κείνος δείχνει να σκέφτεται τη μέρα ως αργία, την αργία ως γιορτή, τη γιορτή ως ζωή, τη ζωή ως εργασία, την εργασία ως δουλειά, τη δουλειά ως ευχή, την ευχή ως σημαία, όταν σταματάει να δείχνει σταματάει να σκέφτεται, τώρα αρχίζει να σκέφτεται, ναι οκ σταματάει να υπάρχει σταματάει να ξαναϋπάρχει, ω όου ξαναϋπάρχει, σουφρώνει τα χείλη, σβήνει το τσιγάρο στο πάνω μέρος της σημαίας, η τρυπούλα είναι τρύπα ναι είναι αρκετά μεγάλη, χωράει τον αγκώνα του, λοιπόν τον τοποθετεί μέσα, παγώνει κάπως στην επαφή με το αλουμίνιο αλλά παραμένει, το συνηθίζει και παραμένει, ανάβει άλλο τσιγάρο για να το ξανασβήσει με τον ίδιο τρόπο και μετά άλλο και άλλο μέχρι να τελείωσουν τα τσιγάρα να τελειώσουν οι αγκώνες, να τελείωσουν οι λωρίδες, να τελειώσουν οι ευχές

ε η δουλειά έγινε όπως της άξιζε, ντροπή

κινούμαι δηλαδή ζω με πλάτη πάνω στην πλάτη, γλιστράω στην τσέπη στο τσεπάκι στο κωλοτσεπάκι προσπαθώ να μεταφερθώ κάνοντας τρύπα ριφιφί τρύπα με σκοπό να φτάσω στο μπροστινό, ενώ ανοίγω τη δεύτερη χάνω ισορροπία πέφτω στο κενό, όου χτυπώ τοίχωμα ύφασμα μπούτι τώρα τοίχωμα ύφασμα γόνατο σε λίγο γάμπα γάμπα τέλος πέλμα τι πέλμα; κάλτσα κάλτσα λευκή με ρακέτα στο πλάι είναι εκεί, επιχειρεί να με αποκρούσει, απόκρουση ναι απόκρουση ουόω είναι επιτυχημένη με στέλνει σαν αστραπή προς τα πίσω δηλαδή προς τα πάνω, φτάνω χαμηλά στο φερμουάρ και μαγκώνω σαν τρίχα σαν δέρμα, κάπως ξεμαγκώνω χωρίς απώλειες, προσπαθώ να ανέβω σιγά σιγά πάνω ώστε να το κατεβάσω και να βγω αλλά είναι αρκετά δύσκολο απο μέσα, δεν το'χω ξανακάνει ρε, ντάξει κάπως τα καταφέρνω βγάζω λίγο λίγο μάγουλο έξω κοιτάζω με το μάτι και την άκρη του προς τα κάτω, παρατηρώ ότι είναι αρκετά ψηλά για να πηδήξω και σίγουρα αν το κάνω θα σπάσω σε πολλά ίσα και άνισα μέρη οπότε αποφασίζω αμέσως να κατεθυνθώ εσωτερικά προς πάνω προς τη ζώνη λωρίδα λουρίδα, αν όντως υπάρχει, για να καταλήξω εύκολα απο εκεί στον αφαλό που είναι μια όαση από χνούδι και να αράξω, μ μάλιστα μάλιστα συμβαίνει πιο εύκολα αλλά και πιο ιδρωμένα απ' ό, τι το περίμενα, έτσι λοιπόν δύο λεπτά και τρία άλματα από εκείνη τη στιγμή βρίσκομαι στον αφαλό, η κοιλιά φουσκώνει ξεφουσκώνει με νανουρίζει σαν σε κούνια σαν σε ρυθμική φωλέα φωλιά, σκέφτομαι να κάτσω εκεί μέχρι να τελειώσω από μπαταρία, ανάβω λίγο βλέπω στο συνθετικό ύφασμα απέναντι να αντιφεγγίζει 19%, σβήνω και αναρωτιέμαι τι να κάνω μιας και έχω λίγο χρόνο ακόμα, χμ μάλλον θα αφεθώ ναι μάλλον θα χαλαρώσω άλλωστε ό, τι κάνω πρέπει να το κάνω σχεδόν αθόρυβα για να μην ενοχλήσω το σώμα και έχουμε καμιά φάση, ξαφνικά, πριν προλάβω να ολοκληρώσω το συλλογισμό βλέπω δυο δάχτυλα δηλαδή ένα δείκτη και ένα μέσο να προσπαθούν να μπουν χωρις να τεντώσουν υπερβολικά μια σχισμή μπροστά μου, τελικά κάπως την τσιτώνουν και βλέπω απεναντι έξω στον αέρα ένα κουμπί  να σπάει να χάνεται στος φως κι το συγκεκριμένο μέρος του υφάσματος να χάνει την αρχική του γραμμή, ο δείκτης δαιμονίζεται απ΄το περιστατικό οπότε τώρα μπαίνει κάπως αποφασιστικά στο εσωτερικό, κατευθύνεται προς το σημείο που βρίσκομαι, ακούω έναν ήχο και με λιώνει

υπόσκεψη

μπερδεύομαι ανάμεσα στο η παρέα θέλει θάλασσα και στο η θάλασσα θέλει παρέα, κατηφορίζω δηλαδή δεν κατηφορίζω, απλά παίζει μια κλίση, κοιτάω το χώμα κάτω που σηκώνει μίνι θύελλα με κάθε βήμα, πολύ φασαρία ρε πω, λίγο μετά το χώμα γίνεται πέτρα πετραδάκι ύστερα χαλίκι χοντρό μιξαρισμένο με ψιλό και τέλος άμμος λίγο πριν και μέσα στη θάλασσα, συνεχίζω, σκέφτομαι για πόση ώρα ακόμα θα πατώνω γαμώ το νησί σας, πατώνω τελικά για αρκετή, οκ πέφτω γιατί απ' ό,τι φαίνεται δεν είμαι το μόνο ρηχό πράγμα στην περιοχή- πιο φωτεινός πιο φωτεινούλης τώρα κάθομαι πλατσουρίζοντας στην ίδια θέση, δεν κολυμπάω είναι βαρετό, ευτυχώς είναι κάπως ζεστά τα νέρα ναι οκ σαν κατουρημένα, ετοιμάζομαι να κάνω ένα καλό μακροβούτι όχι απ'τα καλύτερά μου ούτε το καλύτερο της ευρώπης ναι ντάξει δεν έχω διάθεση σήμερα, λέω να το κάνω στα πλάγια για να μη φανεί καλά η απόσταση που θα διανύσω και κομπλάρουν οι υπεραθλητές παμεποτάκι δεςτοπτυχίομου τού λεκανοπεδίου οι οποίοι παίζουν ανέμελα ρακέτα με το κεφάλι τους στην ακτή ανεμίζοντας τα φακόρυζο μαλλιά τους, το επιχειρώ, είναι πιο καλό από αυτό που περίμενα, βγαίνω κοντά σε βραχάκι λέω α καλούτσικο καλούτσικο δυνατά ψιθυριστά λες και με ακούνε κάτι αγωνιστικά γυαλάκια κολύμβησης που είναι παρατημένα λίγο πιο πάνω, πλάι τους ωπ όου βλέπω αστερία  ο οποίος στέκει έτσι ξαπλωμένος ηλιοκαμένος, μιλάει μου μιλάει αλλά δεν μπορώ να καταλάβω, τελοσπάντων πάτάω τους μη ενσωματωμένους (δημιουργήθηκε αυτόματα) υπότιτλους από κάτω μήπως και βγάλω κάτι, διαβάζω τα εξής: άκουσα αυτό που είπες από μέσα σου καριόλη για το νησί αλλά και για τον εαυτό σου μετά, λοιπόν άαακου να σου πω τσίκι άκου να σου πω καυλίνο, το γεγονός ότι μιλάς άσχημα για τον εαυτό σου νομιμοποιεί τη φάση τού να βρίζεις και να στοχοποιείς τις περιοχές και τους ανθρώπους των; πάω να σκεφτώ το ανθρώπους των και τι θα πω αλλά συνειδητοποιώ πως δεν έχει νόημα να σκεφτώ αφού θα το ακούσει οπότε γιατί να μη μιλήσω έτσι και για λίγο γυμναστική, του εξηγώ  ότι δεν είχα πρόθεση να θίξω κανένα  και ρε φιλλλε άλλο αυτά που σκέφτεται κάποιος άλλα αυτά που λέει, άλλα αυτά που κάνει και τα ρέστα, επιπλέον δεν προσωποποίησα θα μπορούσα να είχα αναφερθεί σε οποιοδήποτε νησί άσχετο με αυτό που είμαστε τώρα, απαντάει κάτι που δεν πιάνω μιας και απενεργοποιήθηκαν οι υπότιτλοι για λίγο, ανανεώνω τη σελίδα για να ξεκολλήσει, όταν ξαναεμφανίζονται, διαβάζω: σε γρουφου θέλω φου ροτοτάτα αγάπα αστρόσκονη κορμί της, σκέφτομαι ότι κάτι μαλακία έγινε οπότε ξανανανεώνω και του κάνω νόημα να επαναλάβει, α ωραία μοιάζει να λειτουργούν τώρα γιατί διαβάζω: όχι μάγκα δεν είναι άλλο το ένα, αλλο το άλλο, άλλο το παράλλο, πρόσεξε πριν είναι αργά αν και είναι όπως με πληροφόρησε στο βάι περ λεκ ο βασιλιάς της παραλίας σε συνεννόηση με τον βασιλιά της ξαπλώστρας, λοιπόν ναι μαζέψου, μαζέψου, η αντίδρασή μου έμελλε [(έμελλε χα ανέκδοτο)] να είναι αρκετά άσχημη γιατί αυτή η τελευταία λέξη, αυτό το ρήμα, αυτή η κλίση του, με σατάνιζε από μικρό όποιος και να ήταν ο αποστολέας της, κοίταξε λέω, έτσι κάπως με στόμφο, άδικο δεν έχεις σε μερικά πραγματάκια αλλά δεν θα σου δώσω αναφορά τι λέω τι σκέφομαι τι κάνω, τρικάριολε, τι είσαι αστυνομία; ο μπάτσος αστερίας της παραλίας; λοιπόν σκάσε μη με δαιμονίζεις και σπάσε από έδω ή όχι καλύτερα κάτσε εδώ μέχρι να καείς πάνω σε αυτές τις σκατές τις κοτρώνες τα βράχια πως διάολο τα λένε, σπάω εγώ, δεν απάντησε τίποτα, πράγμα που με έκανε να υποθέσω ότι τον τρόμαξα οπότε γύρισα πλάτη σε στυλ να πας στο διάολο και άρχισα να ετοιμάζομαι για το μακροβούτι επιστροφής, λίγο πριν πέσω άκουσα να μιλάει και να τον καταλαβαίνω, τα έλεγε όμως αρκετά γρήγορα οπότε γυρίζω και λέω μίλα αργά ρε μαλάκα μ ί λ α αργάαα, τον βλέπω να σηκώνεται όρθιος και να με κοιτάει στα μάτια, μάτια δεν έβλεπα αλλά τα φαντάστηκα απ΄τη στάση του, άρχισε να προφέρει συλλαβή συλλαβή κάτι, αναρωτήθηκα αν θέλει απλά να μου σπάσει τα νεύρα, αλλά ξαφνικά φώναξε: όχι ρε μαλάκα, αυτό που θέλω να πω και θα κλείσω με αυτό γιατί είσαι πάπαρος ή απλά δέρμα, είναι ότι δεν πρόκειται να χαρείς μπάνιο όπου και να πας εδώ γιατί θα στέλνω τους δικούς μου οργανισμούς να σε γαμάνε όπου σταθείς, κούνησα αυτόματα και απότομα το χέρι με ρυθμό  τραγούδα μόνος σου - θα μου κλάσεις και ύστερα βούτηξα, πριν βραχεί το αυτί άρπαξε μέρος της τελευταίας του φράσης που ήταν καλάα καλάααα, έφτασα στο σημείο που είχα ξεκινήσει, σκέφτηκα να μη σκεφτώ γιατί πιάνει σήμα κι εδώ αυτός, οπότε άρχισα να βγαίνω έξω απ΄το νερό σιγά σιγά με μπαλόνια τσέπες φυσικά,  προσπάθησα να ακολουθήσω την ίδια γραμμή που με είχε οδηγήσει πριν μέσα στο νερό αλλά δεν τα κατάφερα γιατί με είχε ταράξει όλη η φάση, άσε που σκεφτόμουν ότι αυτός θα με ακούει για πάντα και παντού από δω και πέρα, βγήκα έξω λοιπόν και ξάπλωσα σε κάτι πρόχειρα φύκια που βρήκα, μου ήρθε στο μυαλό ένας φίλος που τα έγλειφε για να γευτεί το αλάτι τους, θέλησα να το κάνω αλλά μετά είπα όχι γάμα το, άρχισα να ανησυχώ λίγο με αυτά που είπε, λες όντως να μου την πέσουν τίποτα μέδουσες τσούχτρες την επόμενη φορά; αυτό δεν εννοούσε με το οργανισμοί; ή μπα αποκλείεται μαλακίες μπλοφάρει;  στη συνέχεια σκέφτηκα εσένα, ευχήθηκα το φθινόπωρο που έρχεται να σε πετύχω και να μη πούμε μόνο το γειατιεγινεκαλά αλλά και το τι λεεικαλαπουπήγεςκαλοκαίρι, σκέφτηκα να αρχίσω να σχηματίζω από τώρα την ανάρτηση της 1ης σεπτεμβρίου η οποία θα έχει τίτλο =το πάντα φρέσκο= καλή χρονιά και καλό σκοτάδι, μετά σκέφτηκα τι σκατά ήθελα και ήρθα εδώ, καλύτερα διαμέρισμα και θέα στο μπαλκόνι μπαλκόνια, έπειτα πετάχτηκα στον αέρα έντρομος ότι ακόμα ακούει τι λέω ο γαμημένος αστερίας και του δίνω τζάμπα πληροφορίες, τέλος και ένω άρχισα να περπατάω ανησύχησα λίγό παραπάνω, μήπως με άκουγε πάντα; ή μήπως με άκουγε από πάντα; θεώρησα σωστό να τρέξω και να αλλάξω τα εισιτήρια σήμερα κιόλας, να φύγω όσο πιο σύντομα γίνεται ώστε και, και ναι και να τα σκεφτώ όλα αυτά στον χώρο μου πλάι  κάτω και πάνω από ένα παιδί μετράει τα αστεράκια στο ταβάνι 

κανοʌική

πρωί φωτεινή και δεν έχεις κοιμηθεί,
βράδυ ημιφωτεινή και δεν έχεις ξυπνήσει,
ανάμεσα σκοτεινή και δεν έχεις αναβοσβήσει,
πέρα από αυτά ημίσβηστη (ντάξει σβηστή) αλλά την λες όπως την λες την βάζεις τίτλο

ή

πρωί φωτεινή και έχεις ξυπνήσει
βράδυ ημιφωτεινή και έχεις κοιμηθεί
ανάμεσα σκοτεινή και δεν έχεις αναβοσβήσει,
πέρα από αυτά σβηστή (ε καθαρά ντάξει) αλλά τι λες όταν την λες και την βάζεις τίτλο;



growth°

καλημέρα στο συνάντηση από κοντά με τον ανεμιστήρα, στέκομαι μπροστά, αντί για πρόσωπο έχει ένα κεντρικό κομμάτι μάτι, περίπου λευκό περίπου γκρίζο, πάνω σε αυτό κολλημένη αγαπημένη χαρτοταινία και γραμμένη με μαρκαδόρο η φράση βάλε σε εντάξει τη ζωή μου, δίνω ρεύμα στη συνήθεια και ακολουθώ την κίνησή του ώστε να μην χάνεται αυτό το πως να το πω μετωπικό; οκ μετωπικό: όταν πάει αριστερά στρέφω το κεφάλι δεξιά, όταν πάει δεξιά στρέφω το κεφάλι αριστερά, μετά από λίγο συνειδητοποιώ ότι ο ρυθμός του είναι στη χέρα στο χέρι στο χεράκι μου οπότε ξεκινώ να αλλάζω ταχύτητες για αρκετή ώρα, κάποια στιγμή ενώ έχω καταλήξει στη θέση 2 και εκείνος επανέρχεται στο κέντρο, πιέζω απότομα τον επιλογέα κίνησης για να σταθεροποιηθεί, πραγματικά σταθεροποιείται αλλά το παραβλέπω συνεχίζοντας την κίνηση του κεφαλιού μου αρχικά με την ίδια λογική, ύστερα από λίγο με άλλη, ε πιο μετά με άλλες, πλέον ο αέρας που δεν σταματά να στέλνει με βρίσκει σε διαφορετικά σημεία, πω αλήθεια τώρα νιώθω καλύτερα στο ναι ναι δεν ακολουθώ τον παλμό του και συνηθίζω στην ιδέα ενός δικού μου ούι ολοδικού μου ούο τέτοιου παλμού, εκείνος δείχνει να σφίγγεται σα να θέλει οπωσδήποτε να απελευθερωθεί, σφίγγομαι και εγώ νιώθοντας παντοδύναμος και ελάχιστα κάκας, δεν του δίνω τη χαρά τουλάχιστον όχι ακόμα αν και σκέφτομαι ότι ναι ρεε και με την προηγούμενη συνθήκη πάλι είχα τη δυνατότητα μιας κάποιας ελεύθερης κίνησης χωρίς βέβαια την ίδια επωφελία (κατά το απασχολία όπως λέει η Γεωργία), λοιπόν ναι τα σκέφτομαι όλα αυτά σταματώ κάθε κίνησή μου, τον βλέπω να τραντάζεται και να τραντάζεται, αλλάζω σε θέση 1 ηρεμεί λίγο αλλά συνεχίζει να τραντάζεται, αφηνώ λίγα δευτερόλεπτα να περάσουν, ξανά στη θέση 2 και τάαακ στη θέση 3, όου μοιάζει κάτι σα να κορυφώνεται κάποιος κάτι κορυφώνεται κάτι έρχεται θα έρθει έρχεται, η φτερωτή μέσα απ΄το κάλλυμα περιστρέφεται με μανία γύρω απ΄το παξιμάδι στερέωσής της και το ίδιο το μπροστινό(και οκ λίιγο το πίσω) προστατευτικό κάλλυμα μοιάζει έτοιμο να σπάσει και να κρεμαστεί στο πλαστικό του περίβλημα ή να πέσει κάτω, σκέφτομαι ότι δεν αξίζει να βασανίζεται έτσι οπότε πιέζω τη θέση 0, τελειώνει, ηρεμεί σταθερά αλλά όχι αργά, άμεσα αποσυνδέω το καλώδιο του απ΄τη θέση πρίζα και αποσυνδέομαι απ΄τη θέση ζω υπό του ρυθμού σμτου, σηκώνομαι απ'τη θέση καρέκλα και περπατάω προς τη θέση κουζίνα, φθάνω στη θέση ψύγειο, ανοίγω τη θέση κατάψυξη, πιάνω τη θέση σκληρή παγοθήκη σιλικόνης χωρίς να την τοποθετήσω εκτός, παίρνω ένα παγάκι αφού πεταχτούν άλλα τρία τέσσερα σε διάφορες κατευθύνσεις εντός και εκτός (και αφού χάσω ισορροπία όταν πατήσω κάποιο από αυτά), το τρίβω έτσι λιγάκι στο πρόσωπο, ύστερα το αφήνω να λιώσει στην παλάμη μέχρι να σχηματιστεί λιμνούλα και να βουτήξω, όρθιος καρφί ή καλύτερα ναι μπόμπα, μέσα της

dance with me to the end of love chords

συναντηθήκαμε τυχαία για σένα-τυχερά για μένα στον πως να το πω προθάλαμο ναι οκ στον προθάλαμο τουαλέτας ο οποίος είχε μέγεθος ασανσέρ ταμπέλας χωρητικότητας όχι πάνω από δυο άτομα (καλά ντάξει υπερβολή), η πρώτη σου κίνηση (και υποθέτω σε θέση προτεραιότητας απ΄την στιγμή που πατήσαμε το ίδιο πλακάκι) ήταν να σπάσει αυτή η μετωπική λερναίας ύδρας και λερναίας ύδρας άμεσα αναίμακτα και χωρίς ήχο οπότε γύρισες κεφάλι και σώμα απότομα αν κι λίγο άτσαλα  με αποτέλεσμα να φάω λίγο απ΄τα μαλλιά σου (μια χαρά το ίδιο σαμπουάν ακόμα και γαμώ), φυσικά όπως συνηθίζεται σε τέτοιους χώρους, υπήρχε καθρέφτης, έτσι άθελά σου αναπτύχθηκε για μισό δευτερόλεπτο η δεύτερη οπτική μετωπική ή σκέτο μεταμετωπική όπως θα έλεγε ο παλιός μου φίλος ανδρέας μπρίγκ (γεια σου ανδρέα γεια σου σταύρο), στο διάστημα αυτό κατάφερα δηλαδή πρόλαβα να κάνω γκριμάτσα δηλαδή την γκριμάτσα εκείνη που είναι κάπως κλειστό στιγμιαίο χαμόγελο σαν γεια [με υπόγειο στόχο (οκ υποσυνείδητο; ό,τι θες) να γίνει  παρεστιγμένο και ανοιχτό] αλλά όπως άφησα να εννοηθεί και πριν, η διάρκεια ήταν ελάχιστη, τα μάτια σου  κέντραραν στη βρύση που άνοιξες και ταυτόχρονα  χωρίς να χάσεις άλλο χρόνο έσκυψες, έσκυψες κι άλλο και ξέρασες, θεώρησα σωστό να σου κρατήσω τα μαλλιά αριστερά δεξιά πίσω απ΄τα αυτιά γιατί μου'ρθε στο μυαλό τότε εφηβεία προεφηβεία που είχα βγάλει τις αμυγδαλές και διατηρούσα(είχα ήθελα να βάλω αντί για διατηρούσα αλλά είχα βάλει πάλι είχα μέσα στην πρόταση και είπα να μην το επαναλάβω) διατηρούσα λοιπόν τρελό τρελλλέ καρεδάκι καρέ, ανακατεύτηκα κάποια φάση, πετάχτηκα να κάνω εμετό και οι γονείς μου στάθηκαν αριστερά δεξιά με ένα χέρι ο καθένας και κράτησαν τα τσουλούφια ώστε να μην τα λερώσω, έτσι έγινε λοιπόν, σε βοήθησα άρα ένιωσες ότι πρέπει να πεις ευχαριστώ και το είπες, χαμογέλασα σε στυλ τσίκι τσίκι, έγνεψα τίποτα τίποτα σιγά-καλά είσαι; ψιθύρισες ναι ναι οκ καλά είμαι οκ και η τρίτη μετωπική ήταν στο παρών παρούσα, έπαιξε μια αμηχανία αμιλία αμέσως μετά ναι και θα μπορούσα να πω κάτι του στυλ χαριτωμένο χαριτωμένος αλλά σκέφτηκα ότι αν το πω θα ξεράσω πάνω μου επομένως για να μην κατουρηθώ και πάνω μου στράφηκα χωρίς να γυρίσω φάτσα προς την πόρτα που οδηγούσε στην λεκάνη και ήταν κλειστή απ΄την στιγμή που μπήκαμε, χτυπησα, η φωνή που ακούστηκε είπε καλά το πας και κατάλαβα ότι ήμουν ήδη μέσα

αφρότητα

ξεκινά σχεδόν σαν τέλος καυτότητας δηλαδή πρωί στο ρολόι, νύχτα στο δρόμο, φως φωτάκι φορτιστή στο πάτωμα, σκοτάδι στο δωμάτιο, όραση δίχως αξεσουάρ νυχτερινής όρασης, ακρόαση συνομιλίας απορριμματοφόρου και κάδων, γεύση οδοντόκρεμα, μυρωδιά μαξιλάρι άνθη σπέρμα τριανταφυλλιάς, βυθίζεσαι, σε λίγο κοιμάσαι, σε λίγο ξυπνάς, ξυπνάς ξανά στο δεν ξεκουράζεσαι, τεντώνεσαι στο μουρμουράς μα δεν υποφέρεσαι, σηκώνεσαι με το πω σκατάα, ντύνεσαι παρέα με το γάμησε τα γάμησε τα, μπισκοτάκι δημητριακών με νιφάδες βρώμης και μέλι μπαίνει στο στόμα, έλα έλα άλλο ένα-πω μαλλλάκα είναι ότι καλύτερο, καφές μπαίνει στην παρένθεση ελλείψει κούπας καθαρής, αναζήτηση κλειδιών με τη βοήθεια μαγνητικής αναπάντητης από παλιό μπρελόκ το οποίο είχε αφήσει για καλή σου τύχη έναν από τους κρίκους του πάνω στο καινούργιο, ωραία ωραία, αα ω τελικά είχαν πέσει μέσα στο τρίτο συρτάρι της κουζίνας πλάι/ανάμεσα σε: κάτι λαστιχάκια, ένα ενυδατικό στικ χειλιών με γεύση βουτυροκακάο, έναν ξεπερασμένο λευκό ατμοποιητη, ένα κουτί συνδετήρες, μια παναγίτσα και ένα διαφημιστικό διαστημικό προφυλακτικό, μα καλά πως έγινε αυτό, όπως και να'χει ξεκλειδώνεις, το χαλάκι για άλλη μια φορά ευτυχώς ευτυχώς στη θέση του να λέει welcome καθώς βγαίνεις, λοιπόν βγαίνεις, κλειδώνεις, το ασανσέρ χαλασμένο αλλά θα βρίσεις στην επιστροφή μιας και τώρα είναι το εύκολο, όου καθώς κατεβαίνεις παρατηρείς ότι κάπως δυσκολεύει γιατί  πρέπει να κάνεις άλμα πάνω από δύο τρεις σακουλίτσες σκουπιδιών και κάτω από δύο καλημέρα, τελικά φτάνεις στο ισόγειο, η είσοδος ανοιχτή για να καθρεπτίζεται ο καθρέφτης στην modular μπουτονιέρα θυροτηλέφωνο στα πλάγια και στον κατουρλί τοίχο στα ευθεία, έξοδος στην πιλοτή, παίρνεις μια βαθιά καθαρή ανάσα τού ελλάδα είναι η μόνη αθήνα και συνεχίζεις στο δρόμο, περπατάς και κοινοποιείς -ενώ περπατάς- την κατάσταση σου σε τοίχο δημοτικού σχολείου απέναντι που γράφει πάνω πάνω: παπάαρι παπαράκο πες μας τη γνώμη σου για την ιδιωτική θέαση και πρόσβαση παπαρίκο, φτάνεις μπροστά σε βιτρίνα ειδών υγιεινής την κοιτάς και βρίσκεις το ιδανικό κάτοπτρο, εκείνη χαίρεται με τη διατύπωση οπότε σχολιάζει eisai gamatos για να σε ευχαριστήσει, πίσω φαίνεται δηλαδή fainetai η λεωφόρος η οποία θα φέρει το τρόλεϊ σε ένα έξυπνο λεπτό, οπότε χαιρετάς και γυρνάς πλάτη στην βιτρίνα, αντί για τρόλεϊ έρχεται πρώτα λεωφορείο αλλά ντάξει δεν πειράζει, εισέρχεσαι

και έτσι έγινε

στέκεσαι σε σταθερό σημείο  πάνω σε πάτωμα δίπλα σε κρεβάτι μπροστά από παράθυρο με μάτια προς αυτό και πλάτη σε ντουλάπα, απέναντι παρακολουθείς προβολή  με τίτλο κάθομαι στο σαλόνι όλα συμβαίνουν στο μπαλκόνι, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρωταγωνιστής ιδιοκτήτης ενώ βρίσκεται ημιξαπλωμένος σε καναπέ έρχεται σε οπτική επαφή με νεαρό περιστέρι το οποίο άμεσα απωθεί με χρήση νεροπίστολου, τα γέλια του άφθονα αντιλαλούν στον ακάλυπτο αλλά δεν συναντούν κανένα βλέμμα, παρέα γλάστρας γλάστρας και γλάστρας σατανίζεται από την εικόνα και σκέφτεται πως να αντιδράσει γιατί αυτό που μόλις συνέβη ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε την ποτίστρα, χωρίς να χάσει χρόνο λοιπόν καλεί  λάστιχο να ξεδιπλωθεί να κυλήσει εντός απ΄την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να πνίξει τον τύπο, το λάστιχο επικαλείται λόγους μίνι διαρροής απ΄το στόμιο του και  δεν νιώθει καλά για κινηθεί αλλά θα στηρίξει τον αγώνα με το να πλημμυρίσει την επιφάνεια όποτε αυτό χρειαστεί, δυο τρία cd κρεμασμένα πετάγονται και  αναφέρουν ότι αν και πιστοποιημένες δυνάμεις καταστολής στέκονται στο πλευρό τους και είναι στη διάθεσή της ομάδας που σχηματίζεται για κάθε χρήση, αυτό προκαλεί ένα γενικότερο κλίμα ευφορίας και γίνεται αφορμή για προσθήκες νέων αντιφατσιστών στην κίνηση όπως για παράδειγμα της τέντας η οποία (μέχρι εκείνη τη στιγμή δε μιλούσε με κανένα και είχε χαρακτηριστεί ως φατσίστρια παλιότερα από ένα απλωμένο ρούχο) μέσω της μανιβέλας πετάγεται και δηλώνει ότι θα συμμετέχει κι αυτή στο όλο κίνημα, άρχισε λοιπόν να δημιουργείται ένα σύνολο δυναμικό, φρέσκο και ετερόκλητο, η ώρα περνούσε και η συνέλευση επικεντρωνόταν σε λεπτομέρειες που αφορούσαν τη δράση μιας και η επίθεση ορίστηκε εξαρχής ως μονόδρομος, κάποιο μανταλάκι πρότεινε ότι κατάλληλη στιγμή ήταν όταν εκείνος θα έβγαινε για να απολαύσει το απογευματινό του καφέ, πολλοί συμφώνησαν αλλά θεωρήθηκε προτιμότερο να μη χάσουν περισσότερο χρόνο γιατί  ήταν πρωί ακόμα, ένας σύνδεσμος απλώστρα ανέφερε πως διατηρούσε επαφή με τηλεχειριστήριο μέσα οπότε προθυμοποιήθηκε να στείλει μήνυμα μέσω ξεχασμένης λεκάνης που ήταν δίπλα (με τη μέθοδο σφεντόνα την ώρα που εκείνος θα πήγαινε τουαλέτα) μήπως ενδιαφερθεί να βοηθήσει, δε φάνηκε αρκετά σοβαρή ως πρόταση παρολ' αυτά ήταν κάτι που μπορούσε να συμβεί αμέσα και θα είχε συμβεί αν ο τοίχος δεν έλυνε τη σιωπή του και δεν παρουσίαζε μια εξαιρετική ιδέα η οποία άρχισε να αποτελεί από εκείνη τη στιγμή τη συνέχεια του νήματος ροή και είχε ως εξής: θα τρανταζόταν ο ίδιος χαμηλόφωνα με σκοπό να ανοίξει σιγά σιγά η πόρτα του κελιού που φυλάκιζε το καναρίνι και κείνο θα πετούσε με ορμή πάνω στον ιδιοκτήτη για να τον διαλύσει πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει

wave στο σήμερα #

κάθσα δηλαδή κάθισα παρέα σου, το πρώτο πράγμα που με ρώτησες ήταν αν έχω λούτρινο κάτι, απάντησα πως δεν έχω και δεν είχα αν και ντάξει μια φορά διατηρούσα, εκεί πλάι στο τηλέφωνο τού μπάνιου στο ράφακι, ένα σφουγγάρι κάπως σκισμένο ταλαιπωρημένο το οποίο έμοιαζε κάπως με ευχούλη ή κάτι τέτοιο έτσι όπως είχαν περάσει χρόνος και δέρμα πάνω του οπότε ναι θα μπορούσα τώρα να το βαφτίσω, εκ των υστέρων, λούτρινο, ναι ναι να το βαφτίσω και τζων, αν και τότε από ένα σημείο κι έπειτα το έλεγα απλά μαλακία όταν το φέρνα στο μυαλό ή το 'βλεπα μπροστά μου αλλά όπως και να'χει πλέον δεν υπάρχει, νομίζω το μεταμόρφωσε η μάνα μου σε κάτι άλλο περισσότερο χρηστικό σε μια από τις τότε επισκέψεις της, χαμογέλασες, μάλλον ικανοποιήθηκες απ΄την απάντηση μιας και ναι οκ ήταν πλούσια σε σάλτσα και σύντομα έθεσες ένα δεύτερο ερώτημα και μια τρίτη ερώτηση το οποίο και η οποία πήραν ίδια μονολεκτική απάντηση τύπου ναι, πράγμα που θαρρώ ρωρώ ριρέμ σε ξένισε και πράγκμα διόλου παράξενο μιας και ξεκίνησα αρκετά δυνατά δίνοντας την υπόσχεση ανάλογης συνέχειας που δεν ήρθε στην άμεση συνέχεια ποτέ, οποτε ξαφνικά στο πρόσωπό σου  παρατήρησα να αναβοσβήνει ένα άντε να φύγουμε άντε να φεύγουμε φωτάκι που αντανακλούσε πάνω μου σε σχήμα και γραμμή μπούφου ενώ προσπαθούσα να καθρεφτίσω να σκεφτώ ναι να πω κάτι ώστε να ρολάρουμε προς ένα ό,τι κάτι, καθυστέρησα αρκετά διότι όλες οι φράσεις που σκεφτόμουν ήταν σαν αυτές που στέλνει ή λέει ένας εάνθρωπος αργά πολύ αργά το βράδυ και είναι τόσο τόοσο σίγουρος για για αυτές εκείνη τη στιγμή αλλά το πρωί με το που ξυπνήσει  σκέφτεται τι έγραψε τι είπε και αυτόματα θέλει να καταπιεί το πιγκάλ ή να ρουφήξει τις επαφές του απ΄τη μύτη ή να κάνει μονόζυγο στο πόμολο ωστέ να απασχοληθεί λίγο και να το ξεχάσει προς το παρόν (αν και πολύ πιθανό να το θυμηθεί μια στιγμή σαν τώρα και να πει πω γάμησέ τα δυνατά), τέλοσπάντων δεν βρήκα κάτι να πω ή για να πω την αλήθεια κατάπια αυτό που ήθελα να πω, μείναμε για αρκετή ώρα στην αφωνία περάσαμε στην αμιλία που δεν είναι το ίδιο και μετά από λίγο οκ σηκώθηκα και έφυγες

αποσύνδεση απ΄το και του χρόνου

δεν περιμέναμε δηλαδή δεν περίμενα να έρθεις ή οκ ντάξει δεν είχα σκεφτεί ότι θα ήσουν εκεί αν και γιατί να μην είσαι; σίγουρα θα ήσουν ναι οκ ναι τελικά ήρθες ναι ήσουν εκεί και κάθε φορά που γύριζα το κεφάλι μου προς τα σένα, αν και δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό (ρε ίσως γιατί το ψωμί ήταν προς το μέρος σου και τρώω πολύ ψωμί), λοιπόν κάθε μα κάθε φορά έβλεπα κάτω απ΄το πηγούνι σου υπότιτλους οι οποίοι  έγραφαν είμαι σκατάς είμαι ο σκατάς, τη φωνή σου φυσικά την είχα στο mute οπότε κάθε μα κάθε κουβέντα σου για μένα ήταν αυτό και η ώρα κύλησε σχετικά καλά, μάλιστα χάρηκα ιδιαίτερα τη μια στιγμή που ένιωσα ότι κάπως με κοίταξες έντονα (υποθέτω το έκανες γιατί είχα αυτή τη μαλακισμένη εαρινή αλλεργία στο μάτι και ήμουν πρησμένος) ναι χάρηκα γιατί  θα διάβασες κάτω απ΄το σαγόνι μου το τι κοιτάς γαμιόλη τι θες ρε καριόλη αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι αποκλείεται να είχες ενεργοποιήσει υπότιτλους εσύ, αποκλείεται τίποτα εσύ γενικά οπότε λέω από του χρόνου να μη συνδέομαι στο λογαριασμό τραπέζι και να γλιτώνω μια και καλή από τέτοια κείμενα 

καυτότητα

τελικά βρίσκουμε τραπέζι, καθόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο σχηματίζουμε δέντρο πλάι σε δέντρο το οποίο ανθίζει ξεραίνεται σε μια στιγμή, για την ίδια στιγμή εμείς ανέπαφοι και σταθεροί στο ύψος μας, την επόμενη απλωνόμαστε σε καρέκλες και σκαμπό, ο πρωταγωνιστής της παρέας αναλαμβάνει το διάλογο μεταξύ του, μαθαίνουμε για τα νεοκλασικά της πόλης, για τον χειμώνα εκεί, για την παραλίγο άνοιξη εδώ, για το καλοκαίρι της ξεκούρασης που έρχεται θα έρθει, για το φθινόπωρο που μια νέα άνοιξη θα φέρει, η ώρα περνάει γλυκά αέρινα οικοδομικά μοντερνιστικά οικιστικά μινιμαλιστικά, βγάζω το απαλό απαλούλι μπλουζάκι κόμπλεξ που φοράω, προσπαθώ να κάτσω λίγη ώρα έτσι μα το ξαναφοράω γιατί κρυώνω, σκέφτομαι ότι είναι ώρα να φύγω, οπότε σηκώνομαι χαιρετάω με παλάμη στον αέρα, κατευθύνομαι με καλή αφορμή στην πιο χαμογελαστή σερβιτόρα της ευρώπης [(γεια και από δω ρε)] , πριν φτάσω μπροστά της φυσικά σκοντάφτω σε ποδαράκι καρέκλας ή αρχιτέκτονα, πέφτω με τα μούτρα στο δάπεδο και  καταπίνω δυο τρία φιλτράκια ενεργού άνθρακα και μισό κουλουράκι που συνόδευε καπουτσίνο, το αντιμετωπίζω με τον ένα απ΄τους τρεις τέσσερις τρόπους που μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει τέτοια πράγματα δηλαδή σα να μην έγινε τίποτα (ένας άλλος τρόπος είναι να κάνεις κύκλο γύρω τον εαυτό σου και να γελάσεις παρέα όσους βρίσκονται γύρω - μάλλον αυτός είναι  καλύτερος αλλά οκ δεν συνέβη), εκείνη έρχεται κοντά ενώ σηκώνομαι, ρωτάει αν είμαι καλά, λέω πως ναι ναι είμαι, την πληρώνω λέω γεια γυρίζω κεφάλι και βήμα βήμα απομακρύνομαι, στο πρώτο φανάρι που συναντάω στέκομαι περιμένω και προσπαθώ να αποφασίσω αν θα πάρω τρόλεϊ, λεωφορείο ή τρένο για να επιστρέψω σπίτι, δεν καταφέρνω να πάρω απόφαση οπότε συνεχίζω περπάτημα, μάλλον θα το πάρω με τα πόδια άλλωστε αχ ναι έχει ωραία μέρα αν και τελειώνει όπου να'ναι, ναι ναι ας περπατήσω, περπατάω λοιπόν, κάποια στιγμή φτάνω στο σπίτι, μπαίνω, τα κλειδιά στο τραπέζι, τα προφυλακτικά στην τσέπη, η ταυτότητα στο βρακί, η καυτότητα συνειδητά ενεργή ασυνείδητα ανενεργή, η οθόνη αεικίνητη, ξεκουράζομαι για άλλη μια φορά στο ευτυχία σημαίνει να ξεχνάς και για πρώτη στο σκατά στις αναμνήσεις σας μαλάκες, η ώρα κυλάει δεν περνάει, λέω να ξαπλώσω, ξαπλώνω μισός άνθρωπος μισός μίσος, πρωί στο ρολόι, νύχτα στο δρόμο, φως φωτάκι φορτιστή στο πάτωμα, σκοτάδι στο δωμάτιο, όραση δίχως αξεσουάρ νυχτερινής όρασης, ακρόαση συνομιλίας απορριμματοφόρου και κάδων, γεύση οδοντόκρεμα, μυρωδιά μαξιλάρι άνθη σπέρμα τριανταφυλλιάς, κοιμάμαι δηλαδή κοιμάσαι - κοιμάσαι- κοιμάσαι μα δεν ξεκουράζεσαι, μιλάς μιλάς παραμιλάας μα δεν υποφέρεσαι

ρευματολήπτης

πρωί όχι τόσο πρωί αλλά ναι αρκετά πρωί, ματάκι ανοίγει από ήχο πρωινής γαργάρας φουλ κομπλέ με τα όλα της από τον πάνω όροφο, δεύτερο ματάκι (ή μήπως με αυτό άνοιξε το πρώτο;) σκάει με ήχο κατούρημα ακριβώς στην τρύπα πλιτς πλιτς παρατεταμένο, τέντωμα χεριών χασμουρητό και στραβομουτσούνιασμα συμβαίνει με ρίψη κούπας στο πάτωμα (άρα στο ταβάνι) και ενός βροντερού γαμωτοναντί, σηκωνόμαστε δηλαδή σηκώνομαι, χρησιμοποιώ το πρώτο παλαμάκι τού μήνα για να ντυθώ γιατί βαριέμαι και πάει καιρός από τότε που ετοίμαζα σε καρέκλα τι θα φορέσω την επόμενη μέρα ή μήπως δεν το έκανα ποτέ και απλά ήθελα να το κάνω α όχι το'χω κάνει μερικές φορές ναι αλλά πάει καιρός από τότε ντάξει, έτοιμος λοιπόν χωρίς καφέ αλλά με τσίχλα στο στόμα, ξεκλειδώνω βγαίνω κλειδώνω, καλώ το ασανσέρ, ξαναξεκλειδώνω, ξαναμπαίνω μέσα, κάθομαι περίπου πέντε λεπτά  μπροστά απ΄τον ηλεκτρολογικό πίνακα ώστε να σιγουρευτώ ότι είναι κλειστός ο θερμοσίφωνας, στη συνέχεια κάθομαι άλλα πέντε μπροστά στην κουζίνα για να σιγουρευτώ ότι όλα τα μάτια είναι κλειστά, ξαναβγαίνω, κλειδώνω, το ασανσέρ είχε έρθει και μάλλον κάποιος το πήρε οπότε το ξανακαλώ, έρχεται, μπαίνω, κατεβαίνω, βγαίνω στην πιλοτή, λέω καλημέρα με τα μάτια σε κάποιον που μπορεί να'ναι γείτονας μπορεί και όχι, συνεχίζω περπατάω περπατώ με βηματισμό αρκετά σταθερό και κεφάλι αρκετά με κλίση στο πεζοδρόμιο και στην άσφαλτο, φθάνω στην πιο κοντινή και πιο έξυπνη στάση της γειτονιάς, σηκώνω το κεφάλι, το τρόλεϊ που θέλω θα έρθει σε τρία λεπτά οπότε τώρα ξέρω, οπότε οπότε οπότε τώρα χάνεται η μαγεία τού περίμενε και όποιο γαμημένο περάσει θα το πάρω, πραγματικά φτάνει σε τρία λεπτά και ταυτόχρονα όου καταφθάνεις ναι ναι έρχεσαι φθάνεις και συ, με ρωτάς πριν μπω αν είναι ο αριθμός που περιμένεις, όμως είναι άλλος στο λέω και λες α οκ ευχαριστώ, εισέρχομαι λοιπόν αν και φυσικά σκέφτομαι πως μαλακία έκανα και ίσως θα 'πρεπε να βγω και να περιμένω τον αριθμό που περιμένεις εσύ, δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την σκέψη οι πόρτες κλείνουν, φωνητική ανακοίνωση για την επόμενη στάση, πρωτόγνωρα πράγματα οπότε σημειώνω  τικ πρωτόγνωρο- πρωτότυπο στο τσεπάκι και για μένα, ουάα πατάω το κουδούνι, ουά κατεβαίνω στην επόμενη γεμάτος χαρά μέχρι να 'ρθει εκείνο που θα είσαι μέσα, περιμένω περιμένω σκέφτομαι να περπατήσω λίγο γιατί τούτη η στάση παρατηρώ πως δεν είναι έξυπνη ακόμα και  δεν το βλέπω να 'ρχεται, ετοιμάζομαι να τρέξω οπότε κάπως ναι τρέχω ή ντάξει έλα οκ περπατάω ρε περπατάω γρήγορα με το νου μου φυσικά μη με προσπεράσει  και το χάσω, τελικά φθάνω και ω ναι είναι έξυπνη η στάση αυτή, ψάχνω το νούμερο του τρόλεϊ στο φωτεινό πίνακα αλλά πολύ γρήγορα (και ύστερα από ερώτηση τύπου συγνώμη να κάνω μια ερώτηση;) αντιλαμβάνομαι ότι δεν περνάει το τρόλεϊ αυτό από αυτή την στάση, δεν περνάει από αυτήν περιοχή, και μάλλον δεν περνάει από αυτή την πόλη, χώρα, κόσμο, σύμπαν, απογοητεύομαι αλλά οκ μπαίνω στο επόμενο που έρχεται χωρίς να κοιτάξω νούμερο

τίτλος είναι η φράση πέντε ας πούμε λέξεις πριν το τέλος και μετά το και

ε στην ουσία περπατάμε περπατάμε τώρα, επιστρέφουμε στο σπίτι μας, όλα τα μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στο σπίτι μας, μπαίνω με το δεξί, με υποδέχεται αριστερό βατραχοπέδιλο μού λέει είναι καλοκαίρι ρε καλοκαίρι καλοκαιράκι πάρε με και πάμε θάλασσα πάμε πάμε να τρυπώσει βότσαλο μέσα μου πάμε αμμουδιά, λέω δεν σε χρησιμοποιώ απ΄τα δώδεκα από που έσκασες τώρα; απαντάει ότι είχε έρθει με μια τσάντα που έφερα απ΄το χωριό, μπήκε μέσα χωρίς να το πάρω πρέφα και κρύφτηκε κάτω από κάτι τετράδια με σημειώσεις που δεν άνοιξα καθόλου όλο το χειμώνα αλλά τα διάβασε και έβγαλε συμπέρασμα ότι έχω θέματα και καλύτερα να ξεφουσκώσω, δεν αργώ να σατανιστώ οπότε το πιάνω, γεμίζω την μπανιέρα, το ρίχνω μέσα και του φωνάζω πάρε θάλασσα τώρα παλιοαρχίδι, νιώθω κουρασμένος ξαφνικά, ακουμπάω σε τοίχο και κοιμάμαι όρθιος μέχρι την άλλη μέρα, σηκώνομαι σηκώνομαι κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, περπατάω περπατώ χαιρετάω χαιρετώ τον περιπτερά, τον τύπο στην κάβα, τον τύπο με τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, κοιτάζω με μάτι περιστέρι το τζάμι σταθμευμένου ΙΧ για να δω αν πάχυνα - δεν έχω, συνεχίζω περνάω δύο φανάρια, κοιτάζω αριστερά ρόμποκοπ με φρέντο καπουτσίνο στη σέλα της μηχανής, φτάνω στο σταθμό όπως πάντα την ώρα που αποβιβάζεται ο κόσμος, πριν κλείσουν οι πόρτες προλαβαίνω και μπαίνω με καλό άλμα-γκριμάτσα-τσίκι τσίκι-ουφ και χαμόγελο, κυρία που αν φορούσα δυο νούμερα παπούτσι μεγαλύτερο θα την πατούσα κουνάει το κεφάλι, κατεβάζω το κεφάλι, σηκώνω το κεφάλι, κοιτάζω αριστερά κάπου στο βάθος όου είσαι είσαι είσαι είμαστε στο ίδιο βαγόνι ω έρχεσαι να βρεις θέση θέση αναπνοής κοντά, φτάνεις σχεδόν απέναντι, μας χωρίζει πολύ ψηλός και λίγο χαριτωμένος τζων με σαγιονάρες, λέω να μην προτιμήσω σήμερα βόλτα στον χάρτη διαδρομών οπότε έξυπνα κινούμαι και στέκομαι ώμο ώμο ώμο ώμο χωρίς να ακουμπάει ο ώμος α τώρα ακουμπάει γιατί κάπως κουνάει, επόμενη στάση γινόμαστε κονσέρβα, τρώω κατά λάθος σχεδόν όλο τον αντίχειρα κυρίου ο οποίος στο άλλο χέρι κρατάει καθημερινή, μου λέει συγνώμη, απαντάω λιγότερο μπουκωμένος δεν πειράζει δεν πειράζει, το βλέπεις, κάπως χαμογελάς, είναι αστείο είναι αστείο, με κοιτάς και είναι σα να λες είσαι αστείος, για τις επόμενες δυο στάσεις ακούμε όλη την συνομιλία νεαρής δικηγόρου με συμβολαιογράφο στο τηλέφωνο, ωπ η στάση μου όχι η δική σου, επιλέγω να βγω απ΄την πόρτα που δεν θα συναντήσω ελεγκτές, πάω να χαιρετήσω πριν προλάβω με καρφώνεις με iphone στην πλάτη, η επιδερμίδα ρουφάει και επιχειρεί να απορροφήσει κάποιες συνομιλίες με πρώην σου, το σώμα μου προσπαθεί να τις αποβάλει, δεν τα καταφέρνει, φθάνουν κυλάνε ως τους γλουτούς, φωνάζω τιιι κάαανεις; οι άνθρωποι γύρω εξαφανίζονται μαζί και οι σχέσεις τους, αυτόματα μεταφερόμαστε σε περιβάλλον candy crash, μου λες διάβασε διάβασε, διαβάζω μήνυμά μου, είναι πρωί, είναι μια μέρα, μια εποχή και καμία καμία νέα αρχή στο μαζί και στο μόνος

(όι)

χέρι χέρα

η διήγησή σμου καταλήγει σε μια εικόνα, ακολουθεί η κοινοποίησή τους - οδηγεί στο
ανακουφίζεοσμαι μέχρι την επόμενη

χαίρετε

βήμα ναι βήμα απ΄την κουζίνα βήμα στο δωμάτιο βήμα - α ω και άλλο ένα βήμα, τώρα τσουπ ναι ναι α τώρα αα στέκεσαι στην πόρτα: κάτω απ΄το κούφωμα λες καλημέρα, πάνω στο μονόζυγο λες καλησπέρα, πλάι στο πόμολο λες καληνύχτα

ττέρμα οι δυο μας #

γυρίζω σπίτι με 4 αναπτήρες, ζεσταίνω παλάμη, ψήνω παλάμη, σκίζω γραμμή καρδιάς, βγάζω από μέσα εγώ (π πο ππολλλά εγώ), τα καίω 

3νάντια #

(τον έσπρωξες στα ζαχαρωτά αφού)
του τρύπησες με τσιγάρο το μάγουλο,  καλά του 'κανες του γαμιόλη τώρα τρύπησέ του και
το άλλο μάγουλο: να βογγήξει πίσω απ΄τα κτελ στο φούρνο να ζητήσει ψίχα και μπεταντίν
επικοινωνία συγκοινωνία γαμημένη αθήνα γαμημένη επαρχία

(όι)

ξεκουράσου #2

τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες φωτογραφίες
τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες ιστορίες
τα βλέπεις  όλα ως υποψήφιες λήψεις
τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες κινήσεις
τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες ιδέες
τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες συζητήσεις
τα βλέπεις όλα ως υποψήφιες κοινοποιήσεις

6σ6 #

περπατάω περπατώ σε συναντώ δηλαδή σε συναντάω κάτω από ταμπέλα-κουδούνι επιγραφή σου, χαιρετιόμαστε σε μάγουλο διάθεσής σου, βαδίζουμε σε στενό αναγνώρισής σου, οδηγούμαστε σε χώρο προτίμησής σου, καθόμαστε σε τραπέζι επιλογή σου, πίνουμε καπουτσίνο ζεστό-ζεστό καυτό προτροπής σου, τρώμε μπισκοτάκι συσκευασίας υπενθύμιση σου, ατμίζουμε υγρό με γεύση αναζήτησής σου, συζητάμε για τη ζωή σου, πληρώνουμε και φεύγουμε ύστερα από απαίτησή σου 

(όι)

énδiksi

πλένει πιρούνι για να φάει-πλένει ποτήρι για να πιεί · δεν πλένεται γιατί, ναι, δεν θα βγει

ομώνυμα μετά ομόνοια

εσύ προς πειραιά-εγώ προς κηφισιά, σε όμοιο βαγόνι βρισκόμαστε, σε διαφορετικό τραίνο είμαστε, παράλληλες κολώνες κρατάμε, αριστερά κεφάλι ταυτόχρονα γυρνάμε και αντανάκλαση εαυτού ναι αντανάκλαση εαυτού (στο τζάμι ναι) αντανάκλαση εαυτού με άλλο πρόσωπο, στη θέση του, κοιτάμε

 (όι)

πρώην zoom στα γεγονότα #

επικοινωνία -ξανά- τι μαλακία, zoom δηλαδή πρώην ζουμ στα γεγονότα,
στα γεγονότα τα οποία έζησες (ζεις) αλλιώς, θυμήθηκες (θυμάσαι) αλλιώς,
σκέφτηκες (σκέφτεσαι) αλλιώς, διηγήθηκες (διηγείσαι) αλλιώς:

τώρα περπατάω περπατώ δηλαδή περπατάς σε δάσος ή σε πάρκο περπατάς, συναντάς παπά τρία μέτρα, σου μιλάει για το κίνημα, βήμα βήμα τώρα ως στο σχολείο, πρώτη ώρα παραλίγο χαμένη, καθυστερημένη έπαρση σημαίας και εμετός στην πλάτη συμμαθητή, εμετός που φτάνει μέχρι το γιλέκο το γιλεκάκι του δυστυχώς, συνέχεια διάλειμμα πρώτης ώρας, γρήγορη μάπα τυρόπιτα χωρίς milko και συνάντηση με ένα χρόνο μικρότερο πιτσιρικά που φοράει μπλουζάκι maiden, του λες λοιπόν πες μου τώρα δισκογραφία, σου λέει fear of the dark, οπότε του κατεβάζεις τη φόρμα και γελάς με τους δορυφόρους σου, συνεχίζεις διαπληκτίζεσαι με μεγαλύτερο γιατί σου λέει ότι οι martens που φοράς δεν είναι αυθεντικές, επιμένεις ότι είναι, ότι έχουν εσωτερική ραφή και ότι είναι άσχετος, κουδούνι απότομο τώρα στην τάξη, μαθηματικά, σκέφτεσαι ότι μαθηματικά θα είσαι ο πρώτος που θα μπει στο internet γενικά, ο πρώτος που θα προβλέψει ότι τα goody's στο μέλλον δεν θα έχουν κόσμο, ο πρώτος που θα αδικηθεί από πλουσιόπαιδα, ο πρώτος που θα γλείφει και θα φτύνει ταυτόχρονα, ο πρώτος που είναι αυτοδημιούργητος, ο πρώτος που θα πεθάνει από τις αναμνήσεις του

(όι)