άλμαλ

το απόγευμα περπατήσαμε ως το βράδυ και όταν κατά τη διάρκεια της διαδρομής το σταδιακό σκοτεινιάζει έγινε σταδιακά σκοτείνιασε εντελώς, φώτισες ναι  εσύ φώτισες φώτισες και όχι απλά για να παίξεις με την αντίθεση όπως συνήθισες να συνηθίζεις αλλά για να φανεί ναι να μου φανεί επιτέλους ξεκάθαρα ξεκάθαρο πως αναβοσβήνεις ότι αναβοσβήνεις, πράγμα το οποίο θεωρητικά δεν σημαίνει τίποτ' άλλο πέρα από το γεγονός ως γεγονός ή μη γεγονός, αλλά στην πράξη σημαίνει μπορεί να σημαίνει μπορεί και πολλά έως και τα πάντα διότι ό,τι αναβοσβήνει ανεμοδίνει και ό,τι ανεμοδίνει σφυρίζει και ό,τι σφυρίζει σφυράει και ό,τι σφυράει ακούγεται και ό,τι ακούγεται δεν φαίνεται και ό,τι δεν φαίνεται δεν είναι ορατό και ό,τι δεν είναι ορατό δεν είναι αόρατο και ό,τι δεν είναι αόρατο είναι ορατό καί ό,τι είναι ορατό το βλέπω και ό,τι βλέπω δεν είναι ότι είδα, είναι ό,τι βλέπω

ωραωραιοποίηση

χέρι χέρια ανοίγουν το παράθυρο στο τρόλεϊ με το πρώτο κοντινό ήχο βηχάκι ώστε να πετάξουν τα μικρόβια πεταλουδίτσες και να φύγουν έξω, στόμα που αντιμιλά αντιμιλά στην κίνηση με την τάση έχουμε παιδιά θα κρυώσουν κλείστο λέμε κλείστο και συνεχίζει με το αν θες αέρα πήγαινε με τα πόδια να τον πάρεις, ο ωραίος τρόπος καταφθάνει με καμπανάκι καμπανέλι ηλικίας και ξιφομαχεί αγκαλιά με το δεν μου γαμιέσαι πρωί πρωί μωρ' μαλάκααλλαβέβαια και κούνημα κεφαλιού συγκατάβασης το οποίο παρουσιάζει τέρμα τεντωμένα ανοιχτά ρουθούνια πάνω στην ώρα που μυρωδιά γαλανόλευκου μάτσο μάτσι αέριαλ αέριους αερίου βγαίνει απ΄την αυγοθήκη, σχηματίζεται αέριο πετάγεται στην ποτίστρα ξεκινώντας διαδικασία απόθεσης και κελαηδήματος αλλά δεν καταφέρνει τίποτα διότι ωραίο και ισχυρό ρεύμα στάσης εισέρχεται και το σπρώχνει εντός του πολύ εντός του οπότε βρίσκεται εκτός του και έτσι παύει, το τρόλεϊ επίσης παύει ναι δηλαδή σταματά πριν προλάβει καλά καλά να ξαναξεκινήσει και οι περισσότεροι άνθρωποι δαίμονες ίχνη ζουζούνια κοιτάμε να δούμε τι έγινε α οκ βγαίνει ο οδηγός έξω ναι μάλλον θα βγήκε αυτή η μαλακία κεραία που τροφοδοτεί το κίνημα την κίνηση, οκ γυρίζω κοιτάζω  έξω απ΄το τζάμι γιατί το'χα πλάτη τόση ώρα, ωπ τι λες στο απέναντι πεζοδρόμιο βλέπω ωπ μαλάκα έι ω νομίζω ναι είσαι εσυ πω περπατάς αυτό το γρήγορο βήμα που θυμάμαι,σκέφτομαι να κατέβω πάραπολυ γρήγορα να σε προλάβω αλλά δύσκολα θα το πετύχαινα με την ταχυτητα που βλέπω να αναπτύσσεις οπότε χρησιμοποιώ το πρώτο παλαμάκι αυτού του χρόνου και βρίσκομαι -απευθείας- ακριβώς μπροστά σου, σταματάς αλλά δεν παγώνεις ναι δεν κοκαλώνεις και έτσι το ένα σου χέρι κατά την κίνηση βρίσκει τη μύτη μου έτσι στο τσαφ και κάπως τη γραντζουνάει με συνδυασμό νύχι δαχτυλίδι ανοιχτό κουμπί μανίκι μπουφάν μπουφάν μανίκι καπάκι πλαστικού καπουτσίνο latte ή τσοκολάτε, το δικό μου μπουφάν σατανίζεται ναι εκνευρίζεται με τη φάση και εύχεται να είχε αποσπώμενο μανίκι ώστε να αντεπιτεθεί, το καθησυχάζω χαϊδεύοντας την κουκούλα και λέγοντας στον περίπου γιακά ότι ρε δεν είναι επίθεση ρε, οπότε χαλαρώνει και προσπαθεί ηρεμήσει με το να με ζεστάνει περισσότερο, στη συνέχεια ενώ ετοιμάζομαστε να πούμε ταυτόχρονα το ελααρεεετικάνειςκαλάεισαιτιεγινε;;; αυτοκίνητο σταματά δίπλα μας και μας ρωτάει το να ρωτήσω κάτι όποτε μπερδευόμαστε το αγκαλιάζουμε και του λέμε ταυτόχρονα  εγώ στο αυτάκι καθρεφτάκι και συ στο ρεζερβουάρ αυτάκι έλαρεεεεετικάνειςκαλάείσαιτιέγινε;;;, και μουατς μουα φιλάκι, το αυτόκίνητο κάπως σοκάρεται με το σκηνικό δεν λέει κάτι παραπάνω απλά περιμένει να συνέλθουμε για να φύγει και όταν γίνεται αυτό και συνειδητοποιούμε μέρος του κάτι τι συνέβη απομακρυνόμαστε αργά χωρίς άλλη κουβέντα κολλώντας ώμους ώμο-ώμο και κάνοντας βήμα βήματα βηματάκι προς τα πίσω, έτσι οδηγούμαστε άθελα μας εντός καταστήματος ρούχων και όταν  αντιλαμβανόμαστε λόγω και αλλαγής θερμοκρασίας που είμαστε ξεκολλάμε, αγκαλιαζόμαστε στο επιτέλους χαμογελάμε στο επιτέλους πάμε στο δεύτερο όροφο που είναι τα δοκιμαστήρια για να έχουμε ησυχία  καθόμαστε σε τύπου παγκάκι ή πάγκο που βλέπει καθρέφτη και παρακολουθούμε το:  ε ντάαξει, πάμε να δούμε και τις άλλες ηλικίες:

πάχυνες; μπερδεύτηκες; αδυνάτισες; ξυρίζεσαι; μικροδείχνεις, μην ξυρίζεσαι, βρήκες δουλειά; μεγαλοδείχνεις, σου πάει αυτό το πουκάμισο, κουρασμένος δείχνεις, μια χαρά μια χαρούλα δείχνεις, ξεκουράστηκες; ίδια ειναι τα αφεντικά αριστερά και δεξιά; κωλοβαράς; δεν κάνεις ένα μεταπτυχιακό; κουρεύτηκες;κοίτα πως μάκρυναν τα μαλλια σου, δεν σκέφτεσαι να πας έξω; χωριό τι λέει;:
πέφτει και βρίσκει άμμο ξανά στα αυτιά του και φωνάζει μα δεν ακούει τι λέει και επιστρέφει στο μαμά δείξε μου: δεν αλλάζει, δέρμα αλλάζει χρώμα βγάζει: βγάζει κίτρινο βγάζει γκρι βγάζει κόκκινο βγάζει μαύρο βγάζει και λίγα νερά μπάζει τώρα ποιος με βγάζει τι με βγάζει θα με βγάζεις ας με βγάζεις μέχρι δηλαδή λίγο πριν το βάλε σε εντάξει τη ζωή μου ναι λίγο πριν αυτό αν γίνεται

αποδοχή 2019

ξύπνησα με σκοπό να ξεδιαλύνω οκ να μάθω ρε παιδί μου ντάξει γιατί τα τελευταία αρκετά πολλά χρόνια η παραμονή και η πρώτη μέρα του χρονοχωροχρόνου είναι ένα είναι μία είναι ντάξει οκ αυτό κατανοητό αλλά γιατί μου θυμίζουν δηλαδή μου θυμίζει πεύκο μυρίζει θάλασσα και έχει αίσθηση υψηλής θερμοκρασίας ναι θερμοκρασία ίδια με την ηλικία την τώρα μου ηλικία ας πούμε, δηλαδή κοντά μίνι καύσωνα μαλάκα πω μαλάκα, λοιπόν σκέφτομαι καθώς έχω ανοίξει τα μάτια σκέφτομαι και το δωμάτιο είναι φουλ σκοτεινό σε φάση ότι κάποιο πλάσμα απ΄την χτεσινή υποψία εσωεξωγήινης συζήτησης μαζί με συμπαντικούς συνομιλητές και το δήμαρχο οθόνης αθηναίου με παρακολουθεί με παρακολουθούν και μου φυσάνε τόσο απαλά και από τόσες διαφορετικές πλευρές το μάγουλο το ίδιο μάγουλο μαγουλίνο μαγουλάκι που ούτε που το καταλαβαίνω που ούτε που θα το καταλάβω αν όντως συνέβη ποτέ, τέλοσπαντων συνεχίζω την σκέψη μου χωρίς διακοπές και οκ οδηγούμαι στο να μάθω γιατί  μου φέρνει στο μυαλό αυτή η μέρα καλοκαίρι, αμέσως και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια τελικά γίνεται η προβολή, με βλέπω, κάθομαι ανάμεσα δίπλα σε συμμανθρώπους και σε δέντρα, η μικρή παραλία ειναι απλωμένη λίγο πιο μπροστά μαζί με ομπρέλες και μπούρδες αλλά όχι τόσες πολλές μπούρδες ακόμα μιας και λίγο πιο πλάγια από εκεί που κάθομαι κάθεσαι εσύ οπότε οτιδήποτε άλλο συμβαίνει απλά είναι αδιάφορο αφού συμβαίνει εσύ, συμβαίνεις εσύ, συμβαίνεις εσύ,αφού συμβαίνεις εσύ, συμβαίνει να βρίσκεσαι εκεί, κάνει φουλ ζέστη σε φάση ιδρώνω, ο καφές ειναι στιγμιαίος το παγάκι είναι βραχάκι εξακουλουθητικό οπότε ο καφές ευτυχώς όχι νερουλί νερουλός αν και γενικά το παγάκι βραχάκι μου την σπάω μου την σπάει, λοιπόν ναι ο καφές είναι καλός είναι ωραίος είναι στιγμιαίος, το καλαμάκι είναι δίχρωμο και στιγμιαίο,η στιγμή είναι στιγμιαία, η ζωή είναι ωριαία, συσκευή φέρει αόρατο αχάραχτο αριθμό μοντέλειου μοντέλου 3210 αλλά μπορεί και 5110 οπότε αν όντως 5110  βαραίνει αρκετά πολύ την μπανάνα τσαντάκι μέσης που γίνεται ώμος αλλά τώρα είναι τραπέζι και χτυπάει και όταν χτυπάει έχει ρυθμιστεί απ΄το χέρι μου να ακούει ακόουει ακούγεται jingle bells και ακούγεται jingle bells άρα ναι γιαυτό έχω αυτή τη γεύση όταν φτάνει αυτή η εποχή όλα αυτά τα χρόνια, χαίρομαι με το όλο γεγονός, αμέσως αρχίζω να θέλω να βρω την τωρινή συσκευή αλλά δεν φωτίζει τίποτα δεν διακρίνω τίποτα δεν θυμάμαι αν την άφησα στο πάτωμα ή δίπλα σε κάτι σαν κομοδίνο ή σε άλλο δωμάτιο σε άλλο οτιδήποτε οπότε χωρίς να ανασηκωθώ απλώνω κάπως χέρι και αρχίζω να ψάχνω εδώ και κει, όταν ακουμπάω κάτι θεωρώ ότι είναι κάτι ότι ναι είναι αυτή, την πιάνω και ναι ναι μοιάζει να είναι αυτή από αφή μεγέθους, τη φέρνω κοντά στο υποθέτω πρόσωπο, αγγίζω κάτι που μοιάζει με πλήκτρο στα πλάγια της, δεν συμβαίνει κάτι οπότε την αφήνω να πέσει πάνω μου από μικρό σχετικά ύψος λέγοντας ταυτόχρονα χαμηλόφωνα και βροντόφωνα όπου χρειαστεί δηλαδή στις καταλήξεις το : άνοιΞΕ φώτιΣΕ φανερώΣΟΥ ή χάΣΟΥ γιΑ πάΝΤΑ μήπως από την απαλή πτώση σε μαλακό πάπλωμα ημίσκληρου στέρνου και την εντολή γίνει κάτι και μπουμ μαλάκα πραγματικά κάτι γίνεται μπουμ κάτι έγινε κάτι φαίνεται, άχου ναι είναι αυτή είναι η συσκευή η τωρινή όλο χαρά όλο γιορτή φωτεινή φωτεινούλα φωτεινή φωτίζει στο στόμα μου και με αναγκάζει να αναπαράγω φωνητικό μήνυμα από τα μέσα της το οποίο λέω λέει: καλή καλύτερη χρονιά ρέι  και ok

ως πιο νέα προτεραιότητα πράξης

χτες ήταν σάββατο σήμερα παρασκευή, παρασκευή τού βράδυ προπαρασκευή τού είμαι, διάλογος εμφανίζεται με τη δημιουργία προσωρινού θόλωματος στο τζάμι και φωτίζεται με φωτεινή φωτεινούλα υδρόγειο υδρόγειος μη σφαίρα:

-θες κάτι;
-ναι σαφώς
-οκ σου δίνω διαλυτικά στο είμαι
-οκ τα βλέπω, τα παίρνω, τα ρέστα μου αλλά ρε μου τα'χεις ξαναδώσει
-ε εντάξει δεν πειράζει
-οκ

την επόμενη ίδια σήμερα κυριακή μέρα, αρκετά πολυπρωί ξυπνάω δηλαδή σηκώνομαι τραβάω τις κουρτίνες δεν μπαίνει φως μονάχα εντολές ή σηκώνομαι τραβάω τις κουρτίνες ξυπνώ και με ξυπνάω και οκ λέω να πάω ως το φούρνο ας πάω ως το φούρνο, καλώ το ασανσέρ έρχεται ανοίγω μπαίνω, ανακατεύομαι γιατί μοιάζει να έχει χυθεί κάτω στο πάτωμά του ποσότητα καπουτσίνο γαλάτε τάτε tate και να έχει σφουγγαριστεί με μίγμα μέιγμα μείγμα χλωρίνης και ξεχασμένου δύο μέρες νερού στον κουβά οπότε μυρίζω τα δάχτυλά μου που μυρίζουν μακράν μακρόν μακαρόν καλύτερα, φτάνω κάτω βγαίνω στην πιλοτή κατευθύνομαι αριστερά στο δρόμο, παρατηρώ στη διπλανή πολυκατοικία της πολυκατοικίας  ότι το κουκλάκι αρκουδάκι σκυλάκι που ήταν πεσμένο πλάγια παρατημένο στο άδειο μπαλκονάκι του υπερυψωμένου ισογείου διαμερίσματος και το έβλεπα καθώς περνούσα άλλες μέρες ναι το βλεπα έτσι πεταμένο διερχόμενος σκεφτόμενος αντιμαινόμενος επισκεπτόμενος και σκεφτόμουν σνιφ κλαψ λυγμ,ναι ναι αυτό το σκυλάκι αρκουδάκι κουκλάκι κάποιο χέρι ατόμου το σήκωσε δηλαδή το ανασήκωσε και τώρα όρθιο κοιτάει τους περαστικούς άρα και μένα αυτή την στιγμή οπότε σκέφτομαι ότι μάλλον αυτό είναι το πιο υπέροχο που είδα δεν είδα φέτος, συνέχισα έφτασα στο φούρνο πήρα κάτι αλμυρό το έφαγα περπατώντας, δεν μου έφτασε και κατευθύνθηκα σε άλλο φούρνο πήρα κάτι γλυκό και το έφτασα μέχρι την επιστροφή στο διαμέρισμα, εκεί έφτιαξα αυτό το καφέ ντεκαφέ που εκείνος ο μπούφος στο 8ωρο κορόιδευε λέγοντας ότι δεν είναι καφές αυτός αλλά όταν του πα στον ύπνο μου ότι ρε παλιομαλάκα σκατένιε είναι καφές μια χαρά καφές ειναι τότε είπε ότι οκ μπορεί ναι είναι εντάξει, λοιπόν καθώς έπινα αυτό το τον καφέ σκέφτηκα 
πως σε λίγες ώρες νυχτώνει νωρίς οκ σουρουπώνει νωρίς ίσως φάω αργά και μετά πιο αργά κοιμάμαι και και το επόμενο πάλι ξυπνάω αρκετά πρωί ώστε να βρεθώ στο περνάω προσπερνάω με φουλ ηλεκτροκίνηση τον ισθμό τον οποίο παλιότερα χρησιμοποιούσαν ως θήκη για αγαπημένα λίστα με τα καλύτερα του κρόνου ή ως σκαλοπάτι επόμενη πίστα, λοιπόν καθρεφτάκι στα γεγονότα εντάξει καθρεφτάκι καθρεπτάκι και στα πρόσωπα,έρχεται η στιγμή ταξιδεύω αν και τώρα ταξίδι δεν πιάνεται αυτό οκ κοιτάζω έξω μωρό μώρο μωρό μου ναι κοιτάζω αλλά αντί για έξω βλέπω αντανάκλαση μάγουλο μάτι μαλλί κοκορόφτερου τσόκι κοκορίκου  και πίσω κύριο που παίζει στο mute αυτό που λέει σε άλλους κυρίους γιατί δεν θέλω να ακούσω, επόμενη στάση σταθμός προπροορισμός και με το τελευταίο φουλ νέο ηλεκτρονικό παλαμάκι παλαμάμα της χρονιάς μου, αυτόματη μεταφορα στο προορισμός δηλαδή στο να μην ξυπνάω ύστερα από γιορτές ή στο να! ξυπνάω πριν ή μετά από γιορτές, με ξαναπαίρνει ο ύπνος σε στάση ημικαναπέ και όταν ξυπνάω σκέφτομαι ότι η βδομάδα που πέρασε περνάει ήταν αυτή η βδομάδα μεταξύ χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς όπως πρωτοσημειώθηκε στις 28 δεκέμβρη του 2015 και αποτυπώθηκε ως προτεραιότητα πράξης ναι ήταν αυτή η βδομάδα και είναι ακόμα λίγο γιατί:


α) καθώς ετοιμάζομαι να βγω, βλλλέπω κοινόχρηστα να ξεκλειδώνουν να μπαίνουν να ξανακλειδώνουν, να μου κάνουν ανάλυση της κατάστασής τους, να λένε χρόνια πολλά μάγκα και τέλος να ξαπλώνουν χαλαρά κάτω από κλεδιά, μισοφαγωμένο μπισκοτάκι, λαστιχάκι και μολυβάκι ικεαρ


β) καθώς ξεκλειδώνω και κλειδώνω, πάνω στην πόρτα παρατηρώ χαραγμένο μήνυμα από τρίγωνο κάλαντο που λεει παλιοαρχίδι άλλη φορά να ανοίγεις όταν σου χτυπάμε, μπινέ ναι και μη πεις ότι δεν ήσουν μέσα, ακούγαμε που έβραζε η καφετιέρα, παλιολέρα

γ)καθώς κατεβαίνω με το ασανσέρ παίζει αντίστροφη αντιστοίχιση μέτρηση ορόφων 5 4 3 2 1 και αντί για ισόγειο, καλή χρονιά και φωνητικό μήνυμα από δήμαρχο αθηναίου

τελοσπάντων βγαίνω στο δρόμο, αέρας άερι αέριαλ σκουπιδιού μαζί με άχνα από κάτουρα κάνουν τη βραδιά που έρχεται μαγική μαγική μαγεμένη, περπατάω αιθαλοπερπατάω, στολές πάνω σε μηχανές με σταματάνε στο επόμενο στενό μού λένε ψιτ που πας εσύ, ξεμπερδεύουμε γρήγορα γιατί τις εξαφανίζω με το τελευταίο παλαμάκι που έχω γι'αυτό τον χρόνο, συνεχίζω βήμα βήμα βηματάκι φθάνω στην στάση, υπάρχει δηλαδή επικρατεί μια κάποια ένταση, κύριος απευθύνεται σε κύριο, επικαλείται κύριο, σατανίζεται, ζητά ενεργοποίηση ειδικού μηχανισμού αναγνώρισης άσκοπης χρήση κόρνας ο οποίος όταν αντιληφθεί κάτι τέτοιο, αυτόματα παίρνει τον ήχο της και την ίδια την κόρνα και τα τοποθετεί παρέα με κάποια ανταλλακτικά, στον κώλο του οδηγού, το τρόλεϊ έρχεται, δεν είναι αυτό που θέλω αλλά μπαίνω, κάθομαι όρθιος στη φυσαρμόνικα, νεαρός γίγαντας πλησιάζει, μου καρφώνει βύσμα στο κεφάλι, φοράει τις ψείρες του, με φωτίζει, με κάνει scroll down, χτυπάει ποδαράκι στο ρυθμό της άγιας trap νύχτας, παρατηρεί ότι έχει ένα νέο μήνυμα οπότε μου πατάει το μάτι, διαβάζει, εκνευρίζεται, μου το βγάζει, με βάζει στο τσεπάκι του, στην επόμενη στάση κατεβαίνουμε, κάπως ξεγλιστράω, τζαμαρία γρηγόουρη με παρακινεί να μπω στο χωριό του άι όου άου βασίλη που είναι εκεί κοντά, την κοιτάζω με μισό μάτια αλλά ντάξει ναι το παίρνω απόφαση ας μπω, μπαίνω, φθάνω στο παγοδρόμιο, προσπερνάω, κάπως χάνομαι σε σκοτάδια, ακούγεται que sera sera, ομάδα πατημένων προφυλακτικών με προσεγγίζει, ο αρχηγός τους μου συστήνεται ως du du ru again, με ρωτά τι δουλειά έχω εδώ, απαντάω ότι χάθηκα, μου λέει ότι δεν είναι κάτι που θα 'πρεπε να συμβεί αλλά γιαυτό είμαστε εμείς εδώ, σφυρίζει δυνατά λοιπόν στην ομάδα του, αγκαλιάζονται αδελφικά, στέκονται έτσι πλάι πλάι, τεντώνονται, δημιουργούν μια αστραφτερή γέφυρα μιας και τα περισσότερα φωσφορίζουν, μου λένε έλα διέσχισε και θα βρεθείς εκεί που επιθυμείς δηλαδή εκεί που πρέπει να επιθυμείς στο ένα πρέπει που πρέπει, οκ λέω, συγκινούμαι κάπως, τα χαιρετάω με γροθιά και κλίση αγκώνα στον αέρα, ξεκινάω να βαδίζω πάνω τους, συνεχίζω αυτό για ώρα μέχρι που φθάνω σε ταράτσα πολυκατοικίας, με καλωσορίζει τζων που μην παρεξηγιέσαι ρε δεν είναι πρόσωπο είναι, σκέφτομαι ότι είναι τέτοιες μέρες που είναι τέτοιες τέτοιες που που που πρέπει να συμφιλιωθώ ακόμα και με τζων, του δίνω το inner χέρι μου ντάξει το χέρι μου, με οδηγεί σε ξαπλώστρα, φέρνει το καλοκαίρι και κάτι δροσερό να πιω, η ώρα περνά, χαλαρώνω, η νύχτα δεν περνάει, απλώνεται, απλώνομαι μέσα της, οπότε τώρα ναι δε φαίνομαι καθόλου, είμαι οπουδήποτε, είμαι οποισδήποτε, ταυτόχρονα σκέφτομαι ότι αυτό ήμουν είμαι και πριν οπότε εγκαταλείπω, σηκώνομαι απ΄την ξαπλώστρα, κλείνω μάτι στον τζων, κατεβαίνω στο δρόμο όλα συμβαίνουν στο δωμάτιο

ανάκληση ανάκλισης

εκείνη τη φάση ή φορά, γύρισα νωρίς στο δωμάτιο ενώ είχα φύγει με σκοπό και μάλιστα πολύ σκοπό να γυρίσω φουλ αργά ή ποτέ, μόλις με είδες να μπαίνω φάνηκε σα να κάτι σανανά σα να κάπως σα να χαμογέλασες ναι ειρωνικά, πήγα να πιαστώ από αυτό αλλά τελικά δεν ξέρω οκ πέρασε αδιάφορο αδιάφορα απ΄το ταμπλό μου ενώ κάτι άλλο σε φάση κρίτσι κρίτσι άρχισα να ακούω και να ακούγεται απ'την τουαλέτα, αμέσως ρώτησα τι κάτι είναι μέσα είναι μέσα τι; είναι μέσα κάτι; απάντησες κάτι χωρίς να καταλάβω, χωρίς να κοιτάξεις, χωρίς να γνέψεις, χωρίς να ανοίξεις το στόμα χωρίς να προσθέσεις ένα ρινικό μμ στιγμής ή ένα ένρινο κμ-κμ διαρκείας, εντωμεταξύ το κρίτσι κρίτσι γινόταν πιο πυκνό καθώς περνούσαν τα δευτερόλεπτα και ίσως πιο τσίκι τσίκι, είπα: λοιπόν, με δύο τελείες αποσιωπητικά (κάπως έτσι: λοιπόν..) γιατί η τρίτη μου φαινόταν πάντα αχρείαστη και τις πολλές τελείες ω  πωω μάγκα τις φοβόμουν και πριν προλάβω να ξεκινήσω διαδικασία για τη επιλογή διαδρομής της σκέψης μου, η πόρτα άνοιξε είπε ευχαριστώ ρούφηξε τα ρουθούνια της δημιουργώντας πίσω αντίλαλο στο σιφώνι δαπέδου, ήρθε κοντά, μας κοίταξε με το παράθυρο ορθοφώνιο τι ορθοφώνιο ρε ναι ορθογώνιο τζάμι της, τέντωσε τσίτα τα πόμολά της προς τα εμάς, ένα προς το ένα ένα προς το άλλο, κάναμε κόλλα πέντε και δυστυχώς πληγώθηκαμε αρκετά εγώ στα δάκτυλα κάτω απ'τα νύχια σε φάση αίμα, εσύ στην παλάμη και συγκεκριμένα σε βρήκε με το κλειδί  στη γραμμή της υγείας προκαλώντας σου αυτόματα μια καούρα στο επιγάστριο η οποία ευτυχώς όπως και το αίμα έφυγε έφυγαν όταν σκεφτήκαμε ότι γράφουμε και μοιραζόμαστε τη γνώμη μας πλάι στο πρόσωπό μας ελεύθερα στο μέλλον, αμέσως μετά κάπως ψήλωσε  γιατί σήκωσε  πάνω τους τις ώμους γωνίες της ύστερα απο παρότρυνση της μάλλον μαμάς σταγόνας της βρύσης, στη συνέχεια  γύρισε φώναξε δυνατά ΒΥΕ, όλα ακόμα και τα κομοδίνα παραμείναμε βουβά άλαλοι άλαλα η πόρτα της εισόδου άνοιξε μόνη της γιατί ήταν φίλες και ήταν φίλες όχι γιατί ήταν και οι δυο πόρτες ή γιατί ήταν και οι δύο από αλουμίνιο ή γιατί ήταν στον ίδιο χώρο πολλά χρόνια μαζί αλλά γιατί έτσι, όπως και να έχει όμως, όταν έφυγε η πόρτα της τουαλέτας η πόρτας της εισόδου έμεινε ανοιχτή μάλλον για σπάσιμο σε μας διότι φάνηκε απ΄την αρχή ότι δεν μας πολυσυμπαθούσε, έτσι  πριν πάω να τη κλείσω ακούσαμε απ΄το διάδρομο ότι 1) το sagapo βγήκε στην 17η θέση της eurovision  ότι 2) θα γίνουν φασαρίες διότι είχε τα computer και παίζανε και ότι 3) κυριαρχεί το βράδυ δεν έρχεται πρωί μονάχα βράδυ από την αρχή

συριστικό

λίγο λίγος ύπνος και ξυπνήσαμε δηλαδή ξύπνησα απ΄τον αέρα που σφυρούσε με τη βοήθεια μπαλκονόπορτας και μπαλκονόπορτας ναι μπαλκονόπορτας και μπαλκονόπορτας τις οποίες είχα ξεχάσει να ενώσω είχα ξεχάσει να ασφαλίσω είχα ξεχάσει ναι να κλείσω καλά γερά να τις κλείσω και έτσι ο αέρας σφύριζε με τη βοήθεια μπαλκονόπορτας και μπαλκονόπορτας, όμως αλήθεια τώρα τι; ο άερας ήταν εκείνος που σφυρούσε; ε; ο αέρας σφυρούσε; οι μπαλκονόπορτες σφυρούσαν; το πλάγιο λεπτό ορθογώνιο στόμα τους σφυρούσε; το μπαλκόνι σφυρούσε; τα περιέχομενα μπαλκονιού σφυρούσαν; η σημαία του γείτονα απέναντι σφυρούσε; όπως και να'χει οκ κοίταζα ναι και έβλεπα τι σφυρούσε, μπορούσα να το σταματήσω αλλά δεν ήθελα να το σταματήσω γιατί έβλεπα τι σφυρούσε χωρίς να ξέρω τι σφυρούσε μέχρι ναι μέχρι που οκ  έμαθα τι σφυρούσε δηλαδή σκέφτηκα τι σφυρούσε και έμαθα ότι ανθρωποι κάτω απ΄το μπαλκόνι κάτω κάτω στο δρόμο σφυρούσαν, άνετοι περνούσαν ασφαλείς προσπερνούσαν ζεστοί δροσεροί φρέσκοι σφυρούσαν περπατούσαν ή οδηγούσαν για το κανονικό τραβούσαν το ό,τι άλλο αναπνέει και δεν είναι έιι ή yeiii αγνοούσαν, για ό,τι δεν είναι καθρεφτένιο αίμα οικοσπέρμα αθλοκαιρός αδιαφορούσαν και  σφυρούσαν σφυρούσαν οπότε σηκώθηκα έκλεισα τα συρόμενα παντζούρια, έκλεισα τις συρόμενες μπαλκονόπορτες και πριν τραβήξω τις κουρτίνες με είδα έστω ως αντανάκλαση, σως αντανάκλασης με απείλησε και με έβαλε να σφυρίξω αλλά ούτε φίου ναι ούτε καν, οπότε οκ χαιρέτησα και κατέβηκα κάτω


νόημα °

ξεσηκώθηκες ξεσηκωθήκαμε ξεσηκώθηκα εκείνη την στιγμή και είπαμε να βαλω πάνω στο κεφαλι μου το κόκκινο μηλο που κοιτούσα, να το πετύχεις με το πράσινο μήλο που κρατούσες, έτσι έγινε το έβαλα, πήρες απόσταση, πήρες χρόνο, σημάδεψες, ετοιμάστηκες να ρίξεις, έριξες, πέτυχες εμένα με δύναμη στο στομάχι, μαζεύτηκα, το κόκκινο μήλο έπεσε απ΄το κεφάλι μου με ταχύτητα και πρόλαβε το πράσινο μήλο στο ύψος των γονάτων, αντί για σύγκρουση έγινε απορρόφηση του ενός απ΄το άλλο, κόκκινο+πράσινο=μαύρο, κόκκινο+πράσινο=μαύρο, κόκκινο+πράσινο=μαύρο, μάυρη βαθιά βαριά τελεία, ακινητοποίηση στον αερα, το κάτω μέρος του ποδιού που βρισκόταν πιο κοντά έγινε παρεστιγμένο, αμέσως μετά κατά τη δίπλωση και πτώση μου έχασε την αξία του, η μαύρη βαθιά βαριά τελεία αβαρία παρέμεινε στη θέση της, την θεώρησα άνω τελεία οπότε στάθηκα έτσι όπως ήμουν μέχρι να αποφασίσεις να σκεφτείς να έρθεις, να αποφασίσεις να έρθεις, να έρθεις πιο κοντά για να σου γαμήσω και να μου πεις ότι το γάμησες στο τέλος






χάραξη στο ό,τι τέμνει #

κρατάω τη μύτη κλειστή κι έξω απ'τη θάλασσα βγαίνω με τα δύο δάχτυλα ναι αντίχειρα δείκτη είπαμε ναι στη μύτη τα υπόλοια τρία μέσα στο στόμα, τα δαγκώνω τα ματώνω καταπίνω (ε, μα), το άλλο χέρι στο κεφάλι με ρυθμό αθόρυβο το ανεβάζει το κατεβάζει το ανεβάζει το κατεβάζει, κάποιος με κοιτάει, έρχεται κοντά μου με ρωτάει με ξεκολλάει, στο φανάρι που κατεβαίνει η ευγενίου καραβία και συναντάει την αχαρνών με κρεμάει, με χρωματίζει ναι με κρεμάει με κοκκινίζει, με κρεμάει με κολλάει με φωτίζει και αιώνιο σταμάτη με ορίζει


(όι)

σκοτάδι: μια κίνηση σε συνέχεια σε συνέχειες

1. 
το τζάμι αντανακλούσε λίγο τον ήλιο που έπεφτε και λίγο την ταμπέλα που έγραφε ΙΑΤƎΖΑΙΚΙΟΝƎ βελάκι, ο αέρας κουνούσε λίγο το παράθυρο και μία επικρατούσε το φως με τυφλώνει και μία το βελάκι 
με δείχνει;

2.

σηκώθηκα δηλαδή ανασηκώθηκα διακόπτοντας με αυτόν τον τρόπο την αποτύπωση της καρέκλας στο δεξί γλουτό και ενώ προετοίμαζα την επαφή άρα την μεταφορά της (αποτύπωσης) στον φρέσκο αριστερό, σκέφτηκα ότι το μονοπάτι που κατεβαίνει στο σκατά καλοκαίρι το καλοκαίρι, τον χειμώνα κατεβαίνει στο σκατά τι θα γίνει;

3.

ίδρωνα και ξεΐδρωνα σε αναμονή τού απογευματάκι δρόσισε ή τού βραδάκι έβαλε αεράκι ή του πάμε καμιά βόλτα ρε τι κάνεις μέσα όλη μέρα, ο ανεμιστήρας ήταν στο 1 για μεγαλύτερη ευχαρίστηση λόγω αναμονής και ο ήχος απ΄το παράθυρο ήταν περίπου στο 10 με τίμια αν όχι τέλεια μίξη εξάτμισης τζιτζίκι καλησπέρα σας γεια σας τι κάνετε τριζόνι είχε τσούχτρες το πρωί, το τηλέφωνο ακούστηκε από κάποιο βάθος, ανασηκώθηκα και στη συνέχεια σηκώθηκα ακολουθώντας τον ήχο ώστε να το εντοπίσω, τελικά το προσπέρασα χωρίς να με αναγνωρίσει, έφτασα στην κουζίνα, βρήκα ένα μπισκότο, το πήρα, το έσπασα σε μικρά μικρά κομμάτια στη χούφτα μου, άνοιξα βγήκα έξω και το σκόρπισα κάτω να το μοιραστούν τα μυρμήγκια όπως κάθε χρόνο όπως αύριο πάλι;

4.
επιστροφή στο σπίτι με κλειστά μάτια, μετά από λίγο κρίνω ότι ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω είναι να σταματήσω να στριφογυρίζω χαρούμενο μπεγλέρι τα κλειδιά με μπρελόκ γλυκούλα καμηλοπάρδαλη και να ανοίξω μάτια, λοιπόν τα ανοίγω αλλά η μόνη διαφορά με πριν είναι ένα μικρό πορτοκαλόλευκο φωτάκι που παίζει δηλαδή τρεμοπαίζει μπροστά μου στο ύψος ας πουμε του αφαλού, σηκώνω τη μπλούζα τσικ τσίκι τσικ μέχρι το στομάχι, τον βλέπω λίγο φωτεινό λίγο χρωματιστό λίγο επιτέλους διαφορετικό και χωρίς να χάσω περισσότερο χρόνο αναρωτιέμαι αν το φωτάκι είναι ο διακόπτης κουδούνι μου ή ο διακόπτης που ενεργοποιεί τα φώτα στο διάδρομο, παίρνω απόφαση να τον πατήσω για να δω ή να ακούσω τι γίνεται, τον πατάω και αντί να ακούσω κάτι κάτι άλλο να δω, μεταφέρομαι σε περιβάλλον ξυπνητήρι στο μυαλό ξυπνητήρι στο σώμα ξυπνητήρι κινητό στο πάτωμα, τώρα κοιμόμαστε κοιμόμαστε: πλάτη στο πρόσωπο - τοίχος στο πρόσωπο, μάτι ανοιχτό σκοτάδι; μοναδικός έρωτας ανοιχτό σκοτάδι



(ιούλιος αύγουστος αύγουστος σεπτέμβρης 2017)

τίτλος η τελευταία φράση αλλά όχι και σίγουρα ρε

κύριος περπατά τρώει το κομπολόι του, κύριο συναντά που τον τρώει το κομπολόι του,
σε λίγο το κομπολόι του πρώτου και ο κύριος του δεύτερου εξαφανίζονται, μένει ο πρώτος κύριος, μένει το δεύτερο κομπολόι, έρχονται κοντά, υπάρχει η ιδέα η κοινή ιδέα και επιθυμία να φαγωθούν, παίρνουν θέσεις, τελικά επιβιβάζονται στο ένα απ΄τα δύο λεωφορεία λεωφορείο που διέρχονται την δροσοπούλου αυτό το δρόμο στην αθήνα, αυτό το δρόμο στο ¦¦ελλάδα είναι η μόνη αθήνᦦ, λοιπόν έρχονται κοντά μου μιας και βρίσκομαι εντός του με δεδομένα, γυρίζω αλλά κυρίως γυρνάω χωρίς να πολυγερνάω γερνώντας απ΄το πρωί όλα γτπ όλα όλο μαλάκες όλοι μαλακίες ζουζούνι, με πλησιάζουν ναι κάθονται όρθιοι όρθια δίπλα μου, με κοιτάνε, ξέρω ναι σκέφτονται να με φάνε και σε λίγο όντως λίγο-λίγο με τρώνε, δεν μπορώ να αντιδράσω λόγω φωνητικής τηλεματικής παρεμβολής που λέει να μην απενεργοποιούμε δεδοδεμένα πριν φτάσουμε στη στάση μας στη δουλίτσα σπιτίτσα δουλειά μας οπότε αφήνομαι, με τρώνε σχεδόν όλο ναι τελικά όλο, η σκιά μου επιβιώνει, λέω να κατέβω στην επόμενη στάση, πατάω κουμπί κουμπάκι, φως φωτάκι πάνω απ'τη πόρτα δεν φαίνεται να ανάβει όχι γιατί δεν το πάτησα καλά αλλά μάλλον γιατί είναι χαλασμένο, κοιτάζω μπροστά απ' τη θέση του οδηγού το καντράν του οδηγού στο οποίο αναβοσβήνει το κουμπί φωτάκι που με αφορά ενώ περιμένει το δάχτυλο δαχτυλάκι του να το αγγίξει, επαληθεύω λοιπόν ότι πάτησα καλά πριν και ότι όντως είναι χαλασμένο το άλλο, σε λίγο οι πόρτες ανοίγουν, κατεβαίνω, έχει συννεφιά δεν φαίνομαι αλλά θέλω να πάρω ψωμί, πάω στο φούρνο που έχει κάποια μαλακισμένα φώτα μέσα στο χώρο, εκεί το πρόσωπο του προσωπικού δεν με αναγνωρίζει ως σκιά ούτε δέχεται σκιές νομισμάτων όπως μου αναφέρει ενοχλημένα για την ημιπαρουσία μου οπότε αποχωρώ αφού το ψιλοβρίζω συνδυάζοντας κάποια γράμματα από ταμπελάκια με τιμές και περιγραφές φρούι φρουί άντε γλασέ γαμήσου, έξω έχει ακόμα συννεφιά αλλά βγαίνει κι ένας μικρός τώρα τσουτσού ήλιος, τι  διάολο σκέφτομαι αν είναι να είναι καλοκαίρι να είναι τι είναι αυτά ρε μαλάκα τώρα; τέλοσπαντων ας είναι δεν με απασχολεί μη με απασχολεί, αρχίζω να κουράζομαι, κάποια πάρα πολύ λευκά είδη στην απέναντι βιτρίνεα με παρατηρούν όπως αχνοφαίνομαι ακούνε τη σκέψη μου και σχολιάζουν ότι οι σκιές δεν κουράζονται ποτέ οπότε αυτόματα φυτιλιάζω, ετοιμάζω άλμα μερικών μέτρων, το επιχειρώ και με δυο τρεις απλές κινήσεις τύπου άο αργκ τούς σπάω βιτρίνα τζαμαρίες και το μαγαζί ολόκληρο επιβεβαιώνωντας με αυτό τον τρόπο την άποψη τους αλλά τουλάχιστον το ευχαριστιέμαι, αμέσως φεύγω κυρίως γιατί βαριέμαι και μυρίζει κατουρημένο ριχτάρι και μαξιλαροθήκη και οχί γιατι φοβάμαι, άλλωστε πως να υπάρξει φόβος για μπάτσο ή κλήση σε μπάτσο μπατσόλι και τέτοια, εδω δεν με τρομάζει η συννεφιά, λοιπόν περπατάω φτάνω σε φανάρι κάνω ότι περιμένω, κάνω ότι φαίνομαι, κάνω ότι σκέφτομαι, σε σκέφτομαι

ω

το ίδιο βράδυ συνέβη αυτό που είχε αναφερθεί αλλά είχε μόνο αναφερθεί ως απότομη βελτίωση ικανότητας λήψης απόφασης, έτσι δεν ανασηκώθηκα δεν σηκώθηκα όπως όλες τις προηγούμενες φορές που δεν συνέβη αλλά κάθισα στρογγυλοκάθισα και δεν περίμενα τίποτα δεν πολυπερίμενα ποτέ και έτσι συνέβη

να γίνεται 5ος μήνας του χρόνου


μεσάνυχτα στο μπαλκόνι, κανένα φως φωτάκι εντός του, χιλιάδες εκατοντάδες εκτός του, ναι απέναντι μου από κάτω μου πλάι μου γύρω μου παντού, στον αέρα ή ας πούμε στον αέρα και στον άλλο αέρα κάποιοι ήχοι από αυτοκίνητα, μηχανάκια, μωρά ή γατες, όχι ακόμα κλιματιστικά και το ψυγείο μου ζει όπως σου είπα αναπνέει ναι αναπνέει αλλά δεν το εννοούσα μεταφορικά και τέτοια ή οκ μπορεί να το εννοούσα αλλά τώρα δεν το εννοώ, οπότε έχουμε στο εσωτερικό εκείνου που αναπνέει έχουμε ναι έχουμε όργανο όργανα που χρησιμεύουν στο να γίνεται αυτό το σύστημα λειτουργικό, κάθε φορά που το ανοίγω το θυμάμαι αλλά σήμερα το βράδυ δεν το άνοιξα καθόλου όχι γιατί δεν ήθελα κάτι κρύο ούτε γιατί δεν ήθελα να θυμηθώ και να παρατηρήσω το σύστημα, δεν το άνοιξα γιατί τύχαινε να μη μπορώ να σηκώθω απ΄το σημείο που ήμουν λόγω ναι  λόγω μιας σκέψης η οποία χρειαζόταν επαφή χρειαζόταν επαφή χρειαζόταν επαφή χρειαζόταν επαφή χρειαζόταν επαφή ήθελε επαφή μία και μια κύλιση χωρίς ολίσθηση ώστε να πάει παραπέρα παρακάτω και όλα αυτά τα όχι ίσια αλλά ίσα ισοδύναμα-μο με πλάνη αστήρ, άρα δεν μπορούσα να την αφήσω έτσι και να φύγω, γνώριζα πως αν σε περίπτωση σηκωνόμουν θα κυλούσε με ολίσθηση και θα χανόταν ακόμα κι αν επέστρεφε (κατά το γύρισες μα δεν επέστρεψες), λοιπόν έκατσα εκεί και ήμουν μία επαφή, είμαι επαφή που αρχικά ακουμπάει και  μετά σπρώχνει σπρώχνει στα ίσα χωρίς μάλλον να κουράζεται διότι ντάξει κάτι τέτοιο μάλλον ίσως μάλλον δεν κουράζει ή κουράζει πάρα πολύ, ξαφνικά μια μυρωδιά σώματος ήρθε αλλά η χρόνια ρινίτιδά μου την άφησε να μπει μόνο απ΄το ένα ρουθούνι πράγμα που την εξόργισε και θέλησε να μου επιτεθεί, δεν έχασε χρόνο προσπάθησε να με πνίξει αλλά δεν κατάφερε πολλά γιατί τη φύσηξα με τέτοια ένταση  που έφθασε φτάσαμε κοντά στο να γίνεται 8ος μήνας του χρόνου, αμέσως άνοιξα το στόμα για να νιώσω δηλαδή οκ να γλείψω αλμύρα ώμου και πω να πω ναι ναι είναι καλοκαίρι και ήταν καλοκαίρι:









αντιοοδική_πτύωση

ξεκινήσαμε δηλαδή ξεκίνησα νωρίς το απόγευμα, ο δρόμος δεν ήταν καθόλου καλός αλλά πως να είναι όταν σε όλο το μήκος του συναντούσες δεκάδες παρενθέσεις τις οποίες συνήθως μπορούσες να αποφύγεις με ένα απλό χειρισμό τού κάτω όποιου θορύβου των άκρων σου και μάλιστα το έκανες αρκετά πολύ εύκολα αλλά αν σε περίπτωση έπεφτες μέσα σε μία από αυτές, κάτι σε περίμενε, λοιπόν σε περίμενε άγχος σε αυτό το μικροσκοπικό μέγεθος γραμματοσειράς,  ναι σε περίμενε άγχος, μικρό στο μάτι μεγάλο στο στομάχι και σε τύλιγε κάθε φορά η πιο δίπλα παραδίπλα υπογραμμισμένη λέξη πρόσεχε, ναι σε τύλιγε αυτή στο ρο της και σε έπνιγε μέχρι να μετατραπεί αυτό σε β και μέχρι εσύ να ζβήσεις, έτσι όταν ο προορισμός έλαμψε μετά από μερικές αρκετές χιλιογραμμές εργασιών και μερικά τσοκολατονέα παράθυρα, ανακουφίστηκα -σώα εν σώο- στο ουφ φίου φου και έτρεξα να ακουμπήσω κάποιο υδάτινο πλάγιο σε συμπαθώ ώστε να το δω ακούσω ίσια και να μην απαντήσω από μέσα μου μπουρμπουλήθρα ναι αλλά εγώ δεν με συμπαθώ, το ακούμπησα και αν και ίσα ίσα ένιωσα όλα αυτά που ίσα περίμενα, δεν περίμενα να έρθει η στιγμή τώρα να το αποτυπώσω οπότε όταν αμέσως μετά η προσπάθεια μου να εισέλθω στο σύστημα δεν τα κατάφερε, σκέφτηκα να καλέσω στον πενταλφαψήφιο μήπως και το λύσω, μάλιστα πριν το κάνω άνοιξα ενα σημειωματάριο τυπου txt και έγραψα τι θα έλεγα περίπου μιας και φοβόμουν ντρέπομαι ντριπ ντριπερ κάθε νέα παλιά φώνη, λοιπόν έγραψα:

ΠΡΟΣΠΑΘΑΣΑΝΑ ΑΝΑΝΕΩΣΩ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΑΠΟ ΝΑΙ
ΜΟΥ ΒΓΑΛΕ ΟΤΙ Ο ΧΡΗΣΤΗΣ ΕΧΕΙ ΔΙΑΓΡΑΦΕΙ Κ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΝΕΑ ΕΓΓΡΑΦΗ
ΚΑΝΩ ΝΕΑ ΕΓΓΡΑΦΗ Κ ΜΟΥ ΒΓΑΖΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ Α ΚΑΝΩ

η κλήση έγινε αυτόματα εξερχόμενη από μένα αλλά το σύστημα δεν την έλαβε ως εισερχόμενη διότι ήταν απόγευμα επομένως τα άφησα όλα πίσω με κίνηση τύπου χ, τέλος σκέφτηκα να με συνδέσω με κάτι που είχε προηγηθεί, στα χρώματα της επιφάνειας που με εχθροξενεί, ώστε να νιώσω κάπως καλύτερα κάπως αδιάφορα  και κάπως αόρατα ενώ τα αυτοκίνητα που ακούω να περνούν από κάτω μού φανερώνουν ότι βρέχει έβρεχε ή έβρεξε:

σβήσε τα λόγια


φωνή

το πρώτο μακροβούτι του προκαλοκαιριού ήταν μακράν μακρό το καλύτερο μακροβούτι της ευρώπης ναι ναι ήταν ναι και ναι με έβγαλε δίπλα σε σημαδούρα μεγέθους ανοιχτό βιβλίο με τσαλακωμένες σελίδες είσαι, πράγμα το οποίο μμ meme μουμ μ'ενθάρρυνε να μείνω πάνω της μέχρι να τελειώσει το προ να τελειώσει το καλοκαίρι να τελειώσει η ενεργητική

ελαφρύ αποτύπωμα δημοσίευσης στο αναπόσπαστο

το απόγευμα ήταν μια στιγμή της ημέρας το βράδυ ήταν μια στιγμή της ημέρας το πρωί ήταν μια στιγμής της ημέρας, αμέσως μετά συναντηθήκαμε, έτσι το μεσημέρι ήταν η στιγμή της μέρας:
κάτσαμε μέσα σε έναν ίσκιο κάτω από ένα ας πούμε σύνολο κλαδιών αφού γυρίσαμε σχεδόν όλο το ιστορικό τρίγωνο δέντρο περπατώντας, ο ήλιος γύρω έκαιγε εντυπωσιακά και προσωπικά για τέτοια εποχή ενώ εμεις ασφαλείς ασφαλώς, χωρίς τις σκιές μας στο πλάι ή όπου, συζητήσαμε ιδρωμένα, σε πολύ λίγο δροσερά, σε λιγάκι δροσερότερα, ρουφώντας μύτη μνήμη μέλλο μελό ναι συζητήσαμε για το τι θα γίνει, που πάει η φάση και γιατί το στάνταρ είναι τόσο στάνταρ σκατά, η τοποθεσία ορίστηκε αυτόματα στο αυτόματο και ό,τι φωτογραφία βγάλαμε δεν περιείχε πρόσωπα παρά μόνο καταστάσεις τύπου το συντριβάνι μού χαμογελάει άλλα όχι τόσο όσο εσύ, μια στιγμή λίγο νερό μας κάλεσε σε στόμα και όταν γύρισες κεφάλι απ΄την άλλη είπες σφ σφ σφ μαλάκα τι φάση ενώ εγώ γέλασα αρκετά πολύ κι όλα γύρω -ναι φαίνεται απίθανο- αλλά στένεψαν μετά φούσκωσαν πίεσαν μας άνοιξαν μας φούσκωσαν, εμείς δεν θέλαμε και πολύ οπότε χωρίς πολλά πολλά σκάσαμε μέσα στο καύλα δεν είναι στύση, αμέσως σκορπιστήκαμε σε πολλά, προχωρήσαμε σε ηλικία ναι σε χρόνια σερπατίνας και χρόνου ύλης, η τοποθεσία ανοίχτηκε μάς καλοδέχτηκε, ταυτόχρονα την καλοδεχτήκαμε και μεις ωστόστο το κλίμα που αναδύθηκε ως σύνδεσμος απ΄το μπατσοπαράθυρο - μετά την αποτυχία μπλοκαρίσματος από συναντιχρήστη - άρχισε να βαραίνει κεφάλια διότι η εφαρμογή όριζε στίψιμο πέου εμπειρίας και πούλου γνώσης για να λούσουμε τον όποιο γύρω άλλο αέρα αφού πρώτα λουστούμε με εκχύλισμα αντίληψης-αποκάλυψης, καταλάβαμε αμέσως ότι ήταν αδύνατο να μείνουμε εκεί  υπό αυτές τι συνθήκες οπότε αν και τα χρόνια, όπως μας δίδαξε η κάθε χορηγούμενη νεότητα του νέου και του φρέσκου καυτού κολεγιακού ή μη, κουραδιού, δεν μας επέτρεπαν νέες ή παλιότερες φιλίες εμείς τις κάναμε άνευ τηλεπλατφόρμας εαυτοπροστασίας ατόμων και όταν δεν καταφέραμε να δώσουμε τον χαριτοπόλεμο που όπως καλά καταλάβαμε χρειαζόταν το προφίλ, τουλάχιστον ναι βρεθήκαμε στο μη τυποποιημένοι κανόνες επικοινωνίας όπου οι φωνές παρακινούσαν να μιλήσω πιο αργά πιο καθαρά πιο δυνατά γιατί τι έγινε δεν έφαγα κοιμήθηκα ένιωσα σήμερα;

γαμώ

περπάτησα στο ας είναι και στο μάταιο όλη μέρα μέχρι που νύχτωσε και τα είδα πιο καθαρά να αναβοσβήνουν πάνω μου μπροστά μου στον τοίχο μου στο διαμέρισμα στο μου γενικά, λοιπόν μια φωνή  ακούστηκε σαν στόμα απ'έξω και έφερε στο μυαλό μου αδικαιολόγητα το γεγονός σου ναι το άνοιξη προκαλεί το γεγονός σου, αδικαιολόγητα γιατί ούτε η περιγραφή ούτε το γεγονός είχαν ήχο ή μήπως είχαν είχαν έχει; όπως και να'χει την προηγούμενη περίπου τέτοια ώρα ναι πιο αργά ναι χτες στο τρόλεϊ επιστροφής, μάτια κοιτάζουν μάτια που και που μάτια που κρύβονται από πρόσωπα, πρόσωπο, μαλλιά, μασχάλες, μασχάλη, ανάσα μπύρας, σαμπουάν τσιγάρου μπύρας, αγκώνες, οθόνες, αυτιά, ναι μάτια δεν προτιμούν βόλτα στην οθόνη τηλεματικής τρόλεϊ ούτε έξω απ΄το παράθυρο το οποίο ήταν ανοιχτό αλλά άνοιξε τέρμα άνοιξε με νόημα δύναμης όχι τεχνικής μπρατσονέου παπαρέα όταν ακριβώς ακούστηκε δυνατός κοντινός δυνατός δυνατά βήχας δίπλα του, ναι μάτια κοιτούν μάτια ενώ ταυτόχρονα συζητώ μέσω εφαρμογής αέρα αέριους με μικρόβια συνεπιβάτη πως να μπούν στη γαμημένη μύτη του σημερινού βροντόφωνου μπετόβλακα βροντόπαθου που ακούμε τη γνώμη του για όλα σε όλη τη διαδρομή και να τον ταράξουν, λοιπόν μάτια κοιτούν μάτια και όου η στάση μου προηγείται της δικιάς σου διότι ωπ ναι κατεβαίνω ενώ εσύ πω παραμένεις παραμένεις απέναντι απ'την κεντρική αυτόματη πόρτα πόρτες στην αυτόματη αριστερή γωνία που σχηματίζει όρθια θέση με τη βοήθεια αέρινου κάγκελου και κάγκελων, πριν ανοίξει η πόρτα κατευθύνομαι μπροστά απέναντί της, κοιτάζομαι λολ κοιτάζω στο τζάμι καθρέφτη μήπως παίξει και σε δω αλλά παίζει φραουλίνο πουκάμισο συμπαθητικού κοκορόφτερου νεαρού γίγαντα κοκοβιού που καλύπτει τα πάντα, κατεβαίνω περπατάω παράλληλα με τη φορά του λεωφορείου πριν ξεκινήσει και όταν ξεκινάει καταφέρνω να το έχω προσπεράσει μόνο μερικά μέτρα ώστε τότε ναι τότε μαλάκα ναι ναι τότε να είναι η στιγμή να γυρίσω με φάτσα στο δρόμο και να κάνω ναι να προσποιηθώ ότι περιμένω να περάσει για να περάσω απέναντι οπότε ναιι να σε δω μια φορά ακόμα, το πραγματοποιώ σε βλέπω και ντάξει

βουίσω

το ρολό μέσα στο οποίο αναπτυχθήκαμε είχε έντονο μήκος αλλά αυτό δεν έλεγε τίποτα από μόνο του όπως δεν έλεγε τίποτα καθόλου καθόλου τίποτα και το ίδιο το ρολό, το μόνο που μπορούσε να πει ή έλεγε έλεγαν κάτι είναι ήταν έιι εμείς όποτε αφού ξεπεράσαμε τον πρώτο δεύτερο combo κάμπο κόμπο αμιλίας μιλήσαμε το ένα στο άλλο σαν τοποθετήσεις μέσα σε περιβάλλον που κλωτσούσε το αυτονόητο ως λέξη ως έννοια ως χαρακτήρα και όταν όλο αυτό έσβησε δεν χωρίσαμε δρόμους ούτε αγκώνες ούτε μεταπτυχιακά ούτε προφίλ απλά προσαρμοστήκαμε στο νέο περιβάλλον που ήταν συνήθως απέναντι ή μέσα σε μια παραμονή που άξιζε κάθε κόπο με κάθε τρόπο διότι και να παραμένεις θέλει πω-πω-κό-πο άσχετα αν εσύ ή εγώ πάγωνες πάγωνα το νέο incognito παράθυρο ως μέθοδο ασφάλειας και συνήθως μερικού οργασμού σε πλάνο τα μάτια βγάζουν μάτια χωρίς μάτια τελειώνουν μάτια, οπότε αν και δεν στηθήκαμε σταθήκαμε στο ιστορικό, στις άνω τελείες ή στα άνω κάτω συμπεράσματα και πατήσια, περπατήσαμε κάθε δρόμο της πόλης εκείνης που περιέχεται η περιοχή αυτή και το μόνο που βλέπαμε δηλαδή τελικά τελικά έβλεπα μερικά μερικώς βλέπω σε κάθε άλλο νέο ημιγνώριμο αέρα ήταν είναι ισοδύναμα τού πάω βασιλόπουλο στον βασιλόπουλο και τού δείξε μου τον φίλο σου για να σε κάνω αόρατο, όμως αυτά δεν έχουν τόσο σημασία όπως δεν έχουν είχαν και τα αυτά τα μακρουλά πυκνά κείμενα με ιδεονομίζω ή ιδεονοήματα νομίσματα φιλίας και απορίας, το μόνο που ίσως σημασίιζε όχι ως εαυτοπροστασία και μόκο σύνολο ναι όχι ως έτσι φυσικά γιατί δεν υπήρξαν ούτε πληθυντικοί  ούτε εν ως προς ζεν, ναι δεν δεν ρε ναι ίσως το μόνο που σημασίιζε σημασιίζει ήταν είναι να διαβάσω κάτι που καταλήγει στο ή αρχίζει με το ή περιέχει μόνο το βουΐζω χωρίς τα διαλυτικά  και χωρίς τη διάρκεια, τα οποία μετακομίζουν αν και ναι έχουν μετακομίσει ξανά στο παρελθόν εκεί, μετακομίζουν πάλι τώρα πάλι πάλι στο είμαι,  διαλυτικά λοιπόν, διαλυτικά στο είμαι

κύρια ακολουθία

στεκόσουν απέναντι, μπροστά απ΄το σκαλοπάτι, πίσω απ΄τα κεφάλια, κάτω απ΄τα μάτια, πάνω απ΄τις φλόγες, μέσα στην καύση



τύρβη ή τύβση

το φως της εφαρμογής φακός ήταν έντονο γιατί το είχες ρυθμίσει να είναι έντονο έντονα ή ήταν εργοστασιακά έντονα έντονο ναι δεν ξέρω αλλά όπως και να'χει το χρειάστηκες έντονα φουλ έντονο όταν ο ευχούλης που μοιραζόταν το στρώμα μαζί σου πρόσθεσε σκάλες στη μέση του τέλους της περιπέτειας και συ δεν είχες αρκετό χρόνο να τραβήξεις απ΄τη συνθήκη κάτι σε ακτινοβολία, έτσι νυχτοχέριασες δηλαδή υπνοχέριασες με το ένα χέρι το μάλλον δεξί στο πάτωμα, ένα πάτωμα που ήταν αρκετά παγωμένο ναι πω αρκετά κρύο αλλά δεν ένιωσες κάτι δεν ένιωσες τίποτα γιατί σκοπός ήταν να αγγίξεις την συσκευή και μάλιστα ναι, ναι ναι την άγγιξες και όχι απλά την άγγιξες την έπιασες την ξεκλείδωσες αν και δεν χρειαζόταν και αυτό που χρειαζόσουν ξεχύθηκε σε κάθετη αθόρυβη προβολή ώστε οι σκάλες δεδομένα που ανεβαίνεις να είναι οι ίδιες με τις σκάλες συνδέσεις που κατεβαίνεις και το πριν μη ορατό σκοτάδι, σκοτεινότερα σκοτεινό σαν υπέρυθρη ημίσβηστη επανάληψη αλλά και σαν προοπτική:
έχει φως και όταν δεν έχει, γεμίζει ο αέρας λόγια,
δεν έχει φως και όταν έχει, γεμίζει ο αέρας λόγια,
σβήσε τα λόγια

περιμένω νέα σου #

έτσι, έφτασε δηλαδή ήρθε βράδυ αλλά επειδή έχεις συνηθίσει, στην περιοχή που ζεις, να έρχεται κάθε μέρα, αδιαφορείς, ναι εσύ αδιαφορείς οπότε εκείνο για να σου τραβήξει την προσοχή σε κρατάει καθ'όλη τη διάρκειά του ξύπνιο με μια σκέψη που σου περνάει  μέσω της εφαρμογής ήχων ήχοι ψυγείου και  η οποία αυτή εαυτή σκέψη διαστέλλεται με την εισπνοή, διαστέλλεται με την εκπνοή και τελικά συστέλλεται όταν πραγματώνεις νυχτερινή όραση κρατώντας την αναπνοή και παρατηρώντας το αποστολή κειμένου χωρίς δεύτερη ή πρώτη ανάγνωση, χωρίς δεύτερη σκέψη με το αργκ της στιγμής και το όι του τίτλου:

ανταγωνισμός σημαίνει φως φώτα πολλά φώτα στο δωμάτιο ενώ κοιμάσαι

ανταγωνισμός σημαίνει φως φώτα πολλά φώτα στο δωμάτιο ενώ κοιμάσαι, εντάξει κάποιοι κοιμούνται με φωτάκι με φώτα ρε με φωτεινό ευχούλη ναι οκ κοιμούνται αλλά τι να σου πω προσωπικά αν με ρωτας αν ναι αν με ρωτάς οκ δε με ενδιαφέρει ο πρώτος δε με ενδιαφέρει ο τελευταίος ούτε αυτός σε όποια σειρά στην μέση στη άκρη δε με ενδιαφέρει το αγώνισμα ρε, τι τι τι σε ενδιαφέρει; τι τι;) με ενδιαφέρει το τελικό ν να μη μπαίνει σωστά να μη μπαίνει καθόλου πριν τις λέξεις και το ήτα μέσα στη ήττα να μη τονίζεται (μέσα στη νίκη να εξαφανίζεται): μέσα στη νύχτα να μη τονίζομαι μέσα στη μέρα να μη τονίζεσαι μέσα στη μέρα να μη τονίζομαι μέσα στη νύχτα να μη τονίζεσαι (να εξαφανίζομαι να εξαφανίζεσαι)


(όι)

αάτμητο

ξυπνήσαμε δηλαδή ξύπνησα φουλ χαλαρά και αρκετά γαμώ μιας και το προηγούμενο βράδυ ήταν αρκετά χαλαρά χαλαρό και φουλ γαμώ χωρίς ιδιαίτερο κάτι ή λόγο, λοιπόν χωρίς να χάσω χρόνο ή κάτι, κάτι σκέφτηκα ναι κάτι κάτι άρχισα να σκέφτομαι πάνω στο τι ακολουθεί το επόμενο χρονικό διάστημα και αμέεσως αμέσως αμέσως αμέσως ξεκίνησε να βρέχει σκατούλες στο πρόσωπό μου, ναι ναι,  απίθανα υπέροχες σκατές σκατούλες τις οποίες πήρα μαζί με το συννεφάκι τους για πρωινό αλλά και για δεκατιανό μιας και το καθυστέρησα ή το προέλαβα λίγο, σε λίγο αφού είδα ότι η μπαταρία  και η  ευεξία μου ήταν στο 87% και αφού ένιωσα μια δύναμη η οποία ίσως όπως μου απάντησα εκείνη τη στιγμή οφείλεται στη μαρμελάδα φράουλα με -30% ζάχαρη που έστρωσα στο συννεφάκι ή στην σκέψη της τάρτας φράουλας που δοκιμασα στα γενέθλια τού ίδια είναι τα αφεντικά αριστερά και δεξιά πριν καιρό, ναι αφού έγιναν αυτά, θεώρησα όχι άδικα ότι όλα είχαν καθαρίσει πια και ήμουν στο έτοιμο τα πάντα έτοιμα να ξεκινήσω για το επόμενο χρονικό διάστημα, οπότε ντύθηκα με ό,τι είχα προετοιμάσει από χτες στο πουφ και ουφ ξάπλωσα μέχρι το μεσημέρι ήταν απόγευμα είναι βράδυ και σε γλείφω μέχρι να γλυκοχαράξει




βίωση

πριν νυχτώσει άρχισε σιγά σιγά να σκοτεινιάζει να σκοτεινιάζει μέχρι την στιγμή που μαύρισε εντελώς και αναγκάστηκε αντί να σκορπίσει σε αυτόνοα ή αν δεν υπάρχει αυτόνοα τότε αυτόνομα κομμάτια κομματάκια και να πάρει φωτιά φωτιές να πάρουν φωτιά φωτιές φωτίτσες ψοφίτσες οκ ναι αντί για αυτό το πράγμα, να σηκωθεί πάει κάνει ναι να σηκωθεί να κάνει κάτι ώστε να ξεχαστεί, λοιπόν αυτό το ξεχαστεί όταν το κινείσαι με άλλα λόγια όταν το λειτουργείς κάθεται πολύ γαμημένα στο λαιμό και πνίγει έπνιξε αλλά όπως και να'χει τελικά το έκανε, κάτι το έκανε δηλαδή κάτι έκανε και αυτό ήταν πλύσιμο πιάτων και απόλυτη αφοσίωση στον αμετρονόμο ναι ναι στον ήχο των νερών βρύσης βρυσούλας που σκάνε κατά τη διάρκεια, όταν τέλειωσε είχε βρέξει όλη την βαμβακερή περιοχή γύρω απ΄τον αφαλό αλλά και πιο κάτω στο όι φόρμα και πιο μέσα πιο μέσα το νερό είχε φτάσει στο βρακί στο βρακάκι με αποτέλεσμα η υγρασία να προηγείται της γνώσης και κάποιες τελευταίες σταγόνες νερού που έμειναν μεμέ μημή μεμή απ' έξω ή έπεσαν στο κακά κούκου πάτωμα να σχολιάζουν η μία στην άλλη κοίτα κοίτα έι μάγκα κοίτα: είσοδος σε εσώρουχο - είσοδος σε εσώρουχο, έτσι τόσο στεγνό στεγνά επέστρεψε μόνο αμετρομόνο στο δωμάτιο, φώτισε το πρόσωπο και όσα διάβασε τα ξαναδιάβασε μέχρι να ξημερώσει το επειδή κάτι μου βρωμάει αναγκάζομαι να πάω πίσω σε κάτι που βρώμαγε το ίδιο αλλά τώρα από απόσταση μυρίζει τσουρέκι κάστανο με λευκή σοκολάτα ή μέχρι να ξημερώσει το επειδή κάτι μου βρωμάει αναγκάζομαι να πάω πίσω σε κάτι που βρώμαγε το ίδιο αλλά τώρα από απόσταση μυρίζει αφράτη μηλόπιτα με κρέμα βανίλια ή να ξημερώσει νέτα beta σκέτα

3πιβεβαίωση

το πάρα πολύ πρωί ξυπνήσαμε δηλαδή ξύπνησα στο όλα ήταν καλύτερα πριν όλα είναι καλύτερα τώρα σαν πριν σαν τώρα και οδηγήθηκα κατευθείαν με μισό μάτι, ολόκληρο αντίχειρα και μισολόκληρο δείκτη στην εφαρμογή που μου ανοίγει καλύτερα το μάτι το ματάκι τα ματάκια και αποτελεί τον πρώτο προορισμό της μέρας, τον τελευταίο της νύχτας, καταγράφει το πέρασμά τους ενώ κατά τη διάρκειά τους δεν καταγράφει ότι οι φορές που ξεφύσησα ήταν περισσότερες από αυτές που μίλησα σήμερα χτες ή αύριο, λοιπόν λέω δεν πειράζει τι σε νοιάζει δεν σε νοιάζει με πειράζει δεν πειράζεi, σηκώνομαι πάω στην τουαλέτα, τοποθετούμαι δεν τοποθετούμαι τοποθετούμαι, κατουράω τις επαφές μου, κατουράω τις επαφές σου, κατουράω τις επαφές που είχαμε ή τυχαία τυχερά άτυχα θα έχουμε, κατουριέμαι από φόβο γέλια ή νεύρα ή απλά ρε γιατί γιατί να σκέφτομαι τέτοια πράχματα  οπότε ναι τελειώνοντας τώρα τι; α ναι να πλυθώ, πλένομαι, άλλο; α να βγω για κουλούρι ναι ας βγω για κουλούρι εντάξει ναι μμ ντάξει η αλήθεια είναι πως και οι δυο κοντινοί κοντινότατοί μου φούρνοι έχουν φουλ καλό κουλούρι αλλά στον έναν ο αυτόματος ποιητής πωλητής μοιάζει να εννοεί την -όχι ουχί ρίμα- καλημέρα που λέει οπότε κατευθύνομαι σε αυτό, λίγο πριν φτάσω ευχούλης παρέα με ζουζούνι ευχούλη μού φράζουν το δρόμο, με τραμπουκίζουν, μου λένε μαρμελάδα ψηλέ τέλειωνε πέσε τη συνταγή τα λεφτά ή τα σπόρια σου, λέω μέλι μάγκα δεν έχω τίποτα τσιφ τσίκι, ενοχλούνται και αναβοσβήνουν ταυτόχρονα, με τη μία βγάζουν φωτοσουγιά και απειλούν, λέω έλα οκ κάτσε, βγάζω απ΄τα χέρια μου ό,τι είχα και τους το δίνω, δεν τους αρκεί, συνεχίζουν να απειλούν, το ζουζούνι βαριέται μετά από λίγο και λέει άστον μωρέ μωρέ γάμα τον, ο άλλος λέει κοφτά όχι, το ζουζούνι μού απευθύνεται μου γνέφει τρέξε τρέξε ,τσιμπάω τρέχω, ο ευχούλης με αφήνει λίγο να απομακρυνθώ στη συνέχεια ετοιμάζει άλμα μερικών μέτρων το επιχειρεί ναι το κάνει  με φτάνει και χωρίς να χάσει άλλο χρόνο ή χρώμα με καρφώνει πίσω στην πλάτη με τον φωτοσουγιά  που για την περίσταση τον μετατρέπει σε άι όου συσκευή, τραβάει ρουφάει όλες τις εφαρμογές που είχα διαθέσιμες όλες τις επαφές που είχα αδιάθετες, μου φτύνει λίγο σουσάμι απ΄τα κουλουράκια που θα 'παιρνα, λέει να μάθεις άλλη φορά να τρέχεις παλιοπίκλα ξάπλωσε τώρα να σε πιει το έδαφος του dj ypedafos και φεύγει, λοιπόν κάνω λίγη ώρα τον ψόφιο, λίγη ώρα τον πιο ψόφιο και μετά από λίγο νιώθω ψόφιος αλλά πρέπει να σηκωθώ και σιγά σιγά ανασηκώνομαι σηκώνομαι, όμως όου ωχ κάτι αισθάνομαι κάτι πω ρε κάτι πίσω, βάζω το χέρι μου ω μαλάκα μαλάκα σχισμή πληγή με κάρφωσε με τρύπησε με ρούφηξε μου ρούφηξε, ω κοίτα ωω μαλά ω μαλάακα κάτι ρέει ω ιι ω τα δάχτυλα μου γέμισαν αστρόσκονη κορμί της, πω τι κάνω τώρα, ταξί βγαίνει εκείνη τη στιγμή ολοκίτρινο ολόχνουδο από κορμό κουφάλα δέντρου που δεν ξέρω πως βρέθηκε στην περιοχή (και το ταξί και το δέντρο και η περιοχή δηλαδή), οδηγάει άτομο που μάλλον δεν είναι αλλά μοιάζει με πρόσωπο με με το οποίο συνδέομαι με με με σχέση αμοιβαίας αγάπης αφοσίωσης κατανόησης χωρίς να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον, ναι μοιάζει πολύ μοιάζει και σιγοψιθυρίζει εκείνο αυτό το τραγούδι που έλεγε λέει: μείνε κοντά μου μια βραδιά, κάνω ρουθούνι νόημα το σταματάω, λέω έι να σου πω έι άκου με, ρε έχω χτυπηθεί βοήθησε με συ σέε σε παρακαλώ, γυρίζει το κεφάλι με κοιτάζει λέει: σόρυ, ό,τι κάνω ό,τι γράφω ό,τι λέω παρεξηγείται οπότε δεν θα μπορέσω και εξαφανίζεται σε φλάση ή φάση τσαφ επιβεβαιώνοντας τον τίτλο και το μοιάζει, σκέφτομαι οκ γάμα το άτομο γάμα και το πρόσωπο, κάτι κάτι πρέπει να κάνω, συνειδητοποιώ ότι ναι ρεε έχω έξτρα παλαμάκια γι'αυτό το μήνα οπότε αμέσως χρησιμοποιώ δυο (ένα συν ένα) για να επουλωθεί η πληγή, κι έτσι γίνεται οκ επουλώνεται όμορφα σύντομα ωραία, ωραία και γαμώ τώρα δεν είμαι αλλά νιώθω καλύτερα ή προς καλύτερα οπότε ας γυρίσω σπίτι ε και γύρισα γυρίζω



ε ή το άνω τελεία

κάθομαι σκέφτομαι πάνω απο λίγη ώρα σκέφτομαι ναι σκέφτομαι και κοιτάζω το τι κάνεις και το ερωτηματικό που έχω γράψει που δεν έχω στείλει που έχω γράψει που ακόμα δεν έχω στείλει που έχω γράψει που δεν έχω στείλει ενώ η οθόνη σβήνει, την ανάβω, σβήνει, την ανάβω σε λίγο πάλι σβήνει, την ανάβω κι ακόμα δεν έχω στείλει ό, τι έχω γράψει και δεν έχω στείλει, που έχω γράψει αφού πρώτα έχω απενεργοποιήσει την αυτόματη διόρθωση γιατί αν την είχα ενεργοποιήσει μάλλον θα είχε απενεργοποιηθεί το τι κάνεις θα είχε απενεργοποιηθεί το ερωτηματικό και θα είχε ενεργοποιηθεί το σε θέλω και το τελεία 

προαποδοχή 2018

περπάτησα κατά μήκος της γραμμής, το προφίλ που με παρακολουθούσε με ακολουθούσε, παρατήρησα πως ήταν όλο όλο μόνο μόνο δάχτυλα κυρίως δείκτες, χωρίς καθόλου μάτια και με κοιτούσε χωρίς να με κοιτάει ξέρεις ναι μάλλον με αυτή την πλάγια κωλόραση περιστέρι, οκ χμουκ λοιπόν οδηγήθηκα με αυτό το βάρος και με νέο πω πω πολύ φρέσκο σταθερό βηματισμό (ο οποίος χαϊδεύει, δεν συστήνει, δεν μολύνει το ό,τι πατάς το κάθε ό,τι παρακάμπτεις)  στο σημείο που η γραμμή συνέχιζε κι εγώ σταματούσα, έτσι όταν έφτασα η γραμμή σταμάτησε, εγώ συνέχισα, τα δεδομένα έπαψαν και γύρω μου εμφανίστηκαν εικόνες ετικετών παρέα με τις συντομεύσεις τους που έγραφαν όλες το ίδιο πράγμα μα μεν σε διαφορετικά χρώματα δεν δε: στο κλαδί που κάθεσαι ενώ πριονίζεις βυθίσου και πέσε χωρίς ήχο (ή ναι ρε έστω έστω με λίγο), έπειτα βγες, τέλος σήκω κάτσε σήκω, αργότερα ok

ως νέα προτεραιότητας πράξης

χτες ήταν σάββατο σήμερα παρασκευή, παρασκευή τού βράδυ προπαρασκευή τού είμαι, διάλογος εμφανίζεται με τη δημιουργία προσωρινού θόλωματος στο τζάμι και φωτίζεται  με φωτεινή φωτεινούλα υδρόγειο υδρόγειος σφαίρα:

-θες κάτι;
-ναι σαφώς
-οκ σου δίνω διαλυτικά στο είμαι
-οκ τα βλέπω, τα παίρνω, τα ρέστα μου αλλά ρε μου τα'χεις ξαναδώσει
-ε εντάξει δεν πειράζει
-οκ

την επόμενη ίδια μέρα, απόγευμαμεσημέρι ξυπνάω δηλαδή με ξυπνάω με φρυγανιά αφράτη τραγανή και με μείγμα βοτάνων μπαχαρικών φρούτων για ρόφημα γιατί ρε είναι πιο ήπιο για το στομάχι και έχεις ένα θέμα με το στομάχι τελευταία πάντα ε; λοιπόν ναι ναι γιατί ; μήπως να σωματοποιείς λιγότερο και να αερίζεις το δωμάτιο το πρωί περισσότερο δηλαδή πάρα πάρα πολύ καλά; λοιπόν ναι ναι δεν ξέρω θα φροντίσω θα δω ντάξει πίνω και λουίζα είναι γαμώ λουίζα ρε, λοπόν ντάξει ντάξει σε λίγο νυχτώνει οκ  σουρουπώνει περνάω προσπερνάω με φουλ ηλεκτροκίνηση τον ισθμό τον οποίο χρησιμοποιείς ως θήκη για αγαπημένα λίστα ή ως σκαλοπάτι επόμενη πίστα, λοιπόν καθρεφτάκι στα γεγονότα εντάξει καθρεφτάκι καθρεπτάκι και στα πρόσωπα, κοιτάζω έξω αλλά παπάκια αντί για έξω βλέπω αντανάκλαση μάγουλο μάτι μαλλί κοκορόφτερου κοκορίκου πω πως είμαι έτσι γαμώτο και πίσω κύριο που παίζει στο mute αυτό που λέει σε άλλους κυρίους γιατί δεν θέλω να ακούσω, επόμενη στάση σταθμός επιστροφή και με το τελευταίο φουλ νέο ηλεκτρονικό παλαμάκι παλαμάμα της χρονιάς μου, αυτόματη μεταφορα στο διαμέρισμα μέσα σε κουβέρτα απέναντι από τοίχο πλάι σε φουλ μαλακά-γευστικά μπισκότα και μελομακάρονα με παίρνει ο ύπνος σε στάση καναπέ και όταν ξυπνάω είναι αυτή η βδομάδα μεταξύ χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς όπως σημειώθηκε στις 28 δεκέμβρη του 2015 και αποτυπώθηκε ως προτεραιότητα πράξης ναι είναι αυτή η βδομάδα γιατί:

α) καθώς ετοιμάζομαι να βγω, βλλλέπω κοινόχρηστα να ξεκλειδώνουν να μπαίνουν να ξανακλειδώνουν, να μου κάνουν ανάλυση της κατάστασής τους, να λένε χρόνια πολλά μάγκα και τέλος να ξαπλώνουν χαλαρά κάτω από κλεδιά, μισοφαγωμένο μπισκοτάκι, λαστιχάκι και μολυβάκι ικεαρ

β) καθώς ξεκλειδώνω και κλειδώνω, πάνω στην  πόρτα παρατηρώ χαραγμένο μήνυμα από τρίγωνο κάλαντο που λεει παλιοαρχίδι άλλη φορά να ανοίγεις όταν σου χτυπάμε, μπινέ ναι και μη πεις ότι δεν ήσουν μέσα, ακούγαμε που έβραζε η καφετιέρα, παλιολέρα

γ)καθώς κατεβαίνω με το ασανσέρ παίζει αντίστροφη αντιστοίχιση μέτρηση ορόφων 5 4 3 2 1 και αντί για ισόγειο, καλή χρονιά και φωνητικό μήνυμα από  δήμαρχο αθηναίου


τελοσπάντων βγαίνω στο δρόμο, αέρας άερι αέριαλ σκουπιδιού μαζί με άχνα από κάτουρα κάνουν τη βραδιά που έρχεται μαγική μαγική μαγεμένη, περπατάω αιθαλοπερπατάω, στολές πάνω σε μηχανές  με σταματάνε στο επόμενο στενό μού λένε ψιτ που πας εσύ, ξεμπερδεύουμε γρήγορα γιατί τις εξαφανίζω με το τελευταίο παλαμάκι που έχω γι'αυτό τον χρόνο, συνεχίζω βήμα βήμα βηματάκι φθάνω στην στάση, υπάρχει δηλαδή επικρατεί μια κάποια ένταση, κύριος απευθύνεται σε κύριο, επικαλείται κύριο, σατανίζεται, ζητά ενεργοποίηση ειδικού μηχανισμού αναγνώρισης άσκοπης χρήση κόρνας ο οποίος όταν αντιληφθεί κάτι τέτοιο, αυτόματα παίρνει τον ήχο της και την ίδια την κόρνα και τα τοποθετεί παρέα με κάποια ανταλλακτικά, στον κώλο του οδηγού, το τρόλεϊ έρχεται, δεν είναι αυτό που θέλω αλλά μπαίνω, κάθομαι όρθιος στη φυσαρμόνικα, νεαρός γίγαντας πλησιάζει, μου καρφώνει βύσμα στο κεφάλι, φοράει τις ψείρες του, με φωτίζει, με κάνει scroll down, χτυπάει ποδαράκι στο ρυθμό της άγιας trap νύχτας, παρατηρεί ότι έχει ένα νέο μήνυμα οπότε μου πατάει το μάτι, διαβάζει, εκνευρίζεται, μου το βγάζει, με βάζει στο τσεπάκι του, στην επόμενη στάση κατεβαίνουμε, κάπως ξεγλιστράω, τζαμαρία γρηγόουρη με παρακινεί να μπω στο χωριό του άι όου άου βασίλη που είναι εκεί κοντά, την κοιτάζω με μισό μάτια αλλά ντάξει ναι το παίρνω απόφαση ας μπω, μπαίνω, φθάνω στο παγοδρόμιο, προσπερνάω, κάπως χάνομαι σε σκοτάδια, ακούγεται que sera  sera, ομάδα πατημένων προφυλακτικών με προσεγγίζει, ο αρχηγός τους μου συστήνεται ως du du ru again, με ρωτά τι δουλειά έχω εδώ, απαντάω ότι χάθηκα, μου λέει ότι δεν είναι κάτι που θα 'πρεπε να συμβεί αλλά γιαυτό είμαστε εμείς εδώ, σφυρίζει δυνατά λοιπόν στην ομάδα του, αγκαλιάζονται αδελφικά, στέκονται έτσι πλάι πλάι, τεντώνονται, δημιουργούν μια αστραφτερή γέφυρα μιας και τα περισσότερα φωσφορίζουν, μου λένε έλα διέσχισε και θα βρεθείς εκεί που επιθυμείς δηλαδή εκεί που πρέπει να επιθυμείς στο ένα πρέπει που πρέπει, οκ λέω, συγκινούμαι κάπως, τα χαιρετάω με γροθιά  και κλίση αγκώνα στον αέρα, ξεκινάω να βαδίζω πάνω τους, συνεχίζω αυτό για ώρα μέχρι που φθάνω σε ταράτσα πολυκατοικίας, με καλωσορίζει τζων, σκέφτομαι ότι είναι τέτοιες μέρες που είναι τέτοιες τέτοιες που που που  πρέπει να συμφιλιωθώ ακόμα και με τζων, του δίνω το χέρι μου, με οδηγεί σε ξαπλώστρα, φέρνει το καλοκαίρι και κάτι δροσερό να πιω, η ώρα περνά, χαλαρώνω, η νύχτα δεν περνάει, απλώνεται, απλώνομαι μέσα της, οπότε τώρα ναι δε φαίνομαι καθόλου, είμαι οπουδήποτε, είμαι οποισδήποτε, ταυτόχρονα σκέφτομαι ότι αυτό ήμουν είμαι και πριν οπότε εγκαταλείπω, σηκώνομαι απ΄την ξαπλώστρα, κλείνω μάτι στον τζων, κατεβαίνω στο δρόμο όλα συμβαίνουν στο δωμάτιο

ουδετερότητα αρκετά συγκεκριμένης μέρας

το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε απόγευμα κι όταν ήρθε βράδυ ήταν μεσημέρι οπότε βγήκαμε μια βόλτα πριν σκοτεινιάσει στα σκοτεινά κι επιστρέψαμε  χωρίς ψώνια  ο καθένας στον χώρο του μέχρι να περάσει λίγο η ώρα και να ζήσουμε ξανά πάλι ξανά το βγαίνω από inbox μπαίνω στον ύπνο σου

1ος

επιστροφή μεσημέρι ύστερα απ΄το ξυπνάς κάθε πρωί ξυπνάς για να συζητάς με έναν γαμιόλη τα προσόντα σου, βροχή πιτσιλάει μόνο το πρόσωπο και πω εκνευρίζει αλλά δυναμώνει όταν φτάνεις στην πιλοτή με τις σακούλες γεμάτες χέρια άρα οκ εντάξει όλα καλά, ανεβαίνεις στο διαμέρισμα, ακουμπάς τα ψώνια στο τραπέζι της κουζίνας, οι θέσεις τους τα περιμένουν με λαχτάρα αλλά δεν το δείχνουν γιατί είσαι μπροστά, τα κλειδιά είναι κάπου μπλεγμένα μέσα εκεί και μετά το απόγευμα θα τα ψάχνεις γύρω στη μισή ώρα και δεν θα τα βρίσκεις, λοιπόν βγάζεις σιγά σιγά τα πράγματα και μοιράζεσαι ανάμεσα σε ψυγείο συρτάρια και ντουλάπια, φυσικά η σακούλα που περέχει τα αυγά θα ανοίξει μόνη της και κείνα θα γλιστρήσουν όλα μαζί μαζί με την συσκευασία τους, εκείνη δεν θα τα προστατέψει ενώ σπάνε κι απλώνονται στο πάτωμα, εσύ θα τσαντιστείς αρκετά πολύ  και για να ηρεμήσεις θα πας δίπλα στο άλλο δωμάτιο για να μην έχεις οπτική ρινική επαφή και να  φας αρχικά ένα και στη συνέχεια άλλο ένα μαλακό cookie  με κομμάτια σοκολάτας, λευκής σοκολάτας και σοκολάτας γάλακτος, αμέσως μετά θα πας πίσω στο σημείο, θα φωτογραφίσεις το θέαμα για να το μοιραστείς με τις επαφές σου, θα κάνεις το κόλπο με το κομμάτι αλουμινόχαρτο στο μάτι της κουζίνας  που βάζεις λίγο ζάχαρη πάνω του το ζεσταίνεις λίγο και σπάνε οι μυρωδιές πολύ και και κι και συγκεκριμένα τώρα η αυγουλίλα, τέλος θα αρχίσεις να καθαρίζεις και να σκέφτεσαι κι όταν τελειώσεις το καθαρίζεις θα συνεχίσεις το σκέφτεσαι το οποίο θα λέει ό, τι έλεγε και πριν: καλύτερα δέντρο 

HTTP 403

συναντηθήκαμε τυχαία ενώ πήγαινες κάπου και πήγαινα όπου, συναντηθήκαμε διασταυρωθήκαμε δηλαδή διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, είχαμε πολύ καιρό να τα πούμε να βρεθούμε να ειδωθούμε να μιλήσουμε ίσως από τότε που πάψαμε να τα λέμε να βρισκόμαστε να βλεπόμαστε να μιλάμε οπότε ήταν εύκολο αρκετά εύκολο να κάνω ότι δεν σε είδα γιατί ήμουν αφηρημένος ή γιατί χτυπάει κόντρα ο ήλιος και να κάνεις ότι δεν με γνώρισες γιατί έχω αλλάξει ή γιατί αυξήθηκε η μυωπία σου, τελικά έκανα πως δεν σε γνώρισα κι έκανες πως δεν με είδες ενώ ξεφυσήσαμε ταυτόχρονα όταν η απόσταση πλάτης και πλάτης έγινε ίση με την απόσταση αναπνοής ανάσας ήταν ίση με την απόσταση σε θέλω δεν σε θέλω είναι ίση με την απόσταση είσαι εδώ είμαι εκεί θα είναι ίση με την απόσταση είμαι εδώ είσαι εκεί ας είναι ίση με το η απόσταση είναι η πιο ουσιαστική επαφή